Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2009

Η ΝΟΥΛΗ ΘΗΛΑΖΕΙ ΓΑΤΑΚΙ




Κι επειδή πολύ φοβάμαι πως οι προηγούμενες εικόνες που ανάρτησα στο άλλο θέμα ήταν πέραν του δέοντως φρικιαστικές, κι ίσως πολλοί δεν τις αντέχουν, αποφάσισα και τη σημερινή δημοσίευση μια και όπως λέγεται στο τόπο μου "πιο πολύ ψωμί τρώγεται με το μέλι παρά με το ξύδι..."
Δε ξέρεις λοιπόν, ίσως η εικόνα τούτη που από μόνη της καταρρίπτει το μύθο του τρώγονται σαν το γάτο με το σκύλο, να αλλάξει τα ένστικτα μερικών, θέλω να πιστεύω λίγων, και από ζωώδη να τα κάνει ανθρώπινα
Aυτο φυσικά δεν σημαινει πως οι του άλλου είδους αναρτήσεις θα σταματήσουν…..



ΥΓ Για την ιστορία, τη σημερινή φωτο δεν την βρήκα στο ιντερνέτ, τη τράβηξα εγώ και πρόκειται για το δικό μου σκύλο....είναι πέρα για πέρα αληθινή δηλαδη

Καλη εβδομάδα σε όλους!

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2009

SOS

Οι εικόνες και εδώ ειναι ακατάλληλες δι ενηλίκους και ανηλίκους....προειδοποιώ…



Aναζητειται









ή μάλλον καταζητείται

<





Το ζώον





μέσα μας που λειτουργεί σαν "άνθρωπος"...











Δίδεται αμοιβή.....

Λήθη

«Α-ΛΗΘΗ-Α
Εκείνο που ποτέ δεν ξεχνάμε»




Σε εφημερίδες μέσα και περιοδικά
Σ’ ανούσια σήριαλ τηλεοπτικά
Κάνω συνείδηση έμπρακτη τη μοναξιά μου.
Στα μόρια του διασπώντος χρόνου μου
αφήνομαι τη παρατήρηση,
όσο μου επιτρέπεται τουλάχιστον,
πριν γίνουν άτομα, κι η επερχόμενη εξαφάνιση,
στης άμυνας τη λήθη,
το καταιγιστικό πνιγμό τα υποβάλλει.


-1998-

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2009

Γλυκιά πνοή




Δε ξέρω πως, ούτε γιατί,
τόσο γλυκιά πνοή,
σα μουσική, αφήνει απόψε η ψυχή μου!
Δε ξέρω ποιας μοίρας χαΐδεμα
τη νύχτα αυτή εφώτισε τα μάτια.
Τάχα κανένα κάλεσμα η αγάπη σου μου στέλνει;
Μην είν' ο αγέρας έρωτας;
Μην είν΄ τ΄ άστρα η αγάπη;

Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2009

Kάτια Δανδουλάκη


Η ΑΥΡΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΜΕ ΣΥΓΚΙΝΕΙ ΒΑΘΕΙΑ...




Η καταγωγή της έλκει από Ανατολή. Από την ανατολική πλευρά της Κρήτης ο Σητειακός πατέρας της και από τη Σμύρνη της Ανατολής η μητέρα της. Σε συνδυασμό με ακόμα πιο μακρινές ρίζες από ευγενείς Βενετούς συγγενείς (Δάνδολους), δημιουργήθηκε αυτό το ανεπανάληπτο κράμα γυναίκας που λέγεται Κάτια Δανδουλάκη!

Μια φιγούρα αέρινη που συνδυάζει με ένα δικό της μοναδικό τρόπο την ευαισθησία με το ρεαλισμό, την αρχοντιά με την απλότητα, την αρμονία με το πάθος, την σεμνότητα με την καπατσοσύνη, την καλλιέργεια με το πείσμα. Μια μάγισσα Κίρκη του θεάτρου που σε μαγεύει με το παίξιμό της και παραδίνεσαι άνευ όρων, επί σκηνής και εκτός σκηνής. Όταν την ακούς να σου μιλά με εκείνο τον ανεπιτήδευτο αυθορμητισμό που αποπνέει, την ποιότητα, την αισιοδοξία και το χιούμορ της, γίνεσαι, θέλεις - δε θέλεις, δέσμιος της προσωπικότητάς της.












Όλοι γνωρίζουν τον Απόστολο Γκλέτσο και κάποιες πλευρές του χαρακτήρα του που επιμελώς φροντίζουν να βγάζουν προς τα έξω τα ΜΜΕ: ο ωραίος, ο οξύθυμος, ο άνθρωπος των γάμων μιας χρήσης, το ερωτικό αρσενικό, που πουλά και αξίζει να ασχολούνται μαζί του έως και την ώρα που κοιμάται....


"Να μη παίξομε μια μπαλωθιά στο γάμο μας;

Που το είδαν το κακό;”


Πόσοι ξέρουν όμως ότι τον πραγματικό του χαρακτήρα (και μέσα σ’ αυτόν βέβαια περιέχονται ελαττώματα που παραδέχεται κι ο ίδιος, αλλά όχι απαραίτητα εκείνα που του καταλογίζουν) τον έχει διαμορφώσει στα Λευκά Όρη των Χανίων, στον Ψηλορείτη και στο φαράγγι της Σαμαριάς;


Πόσοι ξέρουν ότι ο πραγματικός του χαρακτήρας, αναμφισβήτητα έχει κάτι το αψύ, ίσως και το άγριο, που φανερώνεται όταν τον πειράξεις, μα λίγο πιο κάτω κρύβεται ο άνθρωπος ο τρυφερός, ο άνθρωπος ο γεμάτος ευαισθησίες, ο άνθρωπος του πάθους, ο άνθρωπος που το δίκιο είναι γι’αυτόν θέμα τιμής στη ζωή του, αλλά προπάντων πόσοι γνωρίζουν ότι όλα τα παραπάνω είναι χαρίσματα και ελαττώματα ταυτόχρονα που τα έχει αποκτήσει από τη συναναστροφή του με τους “κουζουλούς” Κρητικούς όπως λέει χαριτολογώντας.


“Η Θεσαλονίκη ερωτική;

Μα δε συγκρίνεται με τα Χανιά!”


“Δεν είμαι γέννημα, είμαι όμως θρέμμα της Κρήτης” εξακολουθεί να λέει πολύ πολύ σοβαρά όμως τώρα “αφού στο νησί του Μίνωα έζησα τα πιο ευαίσθητα χρόνια της ζωής μου και θεωρώ πολύ λογικό το ότι πήρα όλα τα καλά και τα κακά που χαρακτηρίζουν τους Κρητικούς, τους ανθρώπους του τόπου των αντιθέσεων. Η Κρήτη δεν είναι για μένα ένα μέρος που απλά έτυχε να ζήσω εκεί ένα κομμάτι της ζωής μου, λόγω της μετάθεσης του πατέρα μου και του στρατιωτικού μου, η Κρήτη είναι τόπος που διαμόρφωσε τη ψυχή μου. Άρα δεν είναι για μένα η δεύτερη μου πατρίδα, όπως ίσως θα έλεγε κάποιος άλλος στη θέση μου, αλλά η πρώτη, η ουσιαστική!!”




“Θα γινόμουν καλός βοσκός στον Ψηλορείτη
και σίγουρα ο καλύτερος ζωοκλέφτης!”







Αποκλειστική συνέντευξη του Απόστολου Γκλέτσου στο τεύχος 60 των ΣΤΙΓΜΩΝ

Η Ιωάννα Καρυστιάνη γεννήθηκε και έζησε μέχρι τα δεκαοκτώ της στα Χανιά, όταν άφησε την Κρήτη για να σπουδάσει Νομική, σπουδές εντελώς διαφορετικές από εκείνο που ενδόμυχα αναζητούσε και που δεν ήταν τίποτα άλλο από το να γράφει… Να γράφει ιστορίες, μυθιστορήματα, να γράφει γενικά…
Από εκεί κι έπειτα η ζωή της κινήθηκε με άλλους προσανατολισμούς και η επαφή της με τις εκδόσεις περιορίστηκες σε κάποια σκίτσα, δίχως καν λεζάντες, όταν σε μια περίοδο της ζωής της δούλεψε σαν σκιτσογράφος σε περιοδικά και εφημερίδες.
Ολ’ αυτά όμως άλλαξαν όταν, σε ηλικία σαρανταδύο ετών, συνειδητοποίησε πως η ζωή μας προσφέρεται μόνο μια φορά και μια φορά μόνον έχομε τη δυνατότητα να πραγματώσουμε τον αληθινό προορισμό μας, που βέβαια δεν είναι άλλος από αυτόν που μας υπαγορεύει η ψυχή και το ένστικτο μας.
Πρόσταξε λοιπόν τον εαυτό της να αποτυπώσει επιτέλους τις ιστορίες της στο χαρτί για να γεννηθεί το 1994 το πρώτο της βιβλίο με διηγήματα, « Η κυρία Κατάκη», το οποίο δεν ήταν παρά η αρχή μιας εξαιρετικά επιτυχημένης λογοτεχνικής καριέρας.



(Πλήρες άρθρο και συνέντευξη στο τεύχος νο 76 των ΣΤΙΓΜΩΝ)

Ελένη Λουκά: TV ΠΡΟΦΗΤΗΣ


Ενας σύγχρονος προφήτης που κηρύττει το λόγο του Θεού όχι στις αγορές αλλά στην τηλεόραση, η Ελένη Λουκά αποτελεί έναν από τους γραφικότερους τύπους της ελληνικής τηλεοπτικής «κοινωνίας», γεννημένη στο Ηράκλειο, όπου και μεγάλωσε. Η ίδια υποστηρίζει ότι την νεολαία έχει κυριέψει ο Σατανάς, προσπαθεί να μας πείσει να κάνουμε πόλεμο με τους Αμερικάνους, τον οποίο «θα κερδίσουμε αφού θα πολεμήσουν οι άγγελοι», φωνάζει ότι ο πρόσφατος σεισμός της Αθήνας είναι η οργή του Θεού «που δε βοηθάμε τα αδέρφια μας τους Σέρβους και αγανακτεί που μόνο αυτή πολεμά απέναντι στη φούστα του Ρουβά και το «Άγγιγμα Ψυχής» του Μανουσάκη. Τίποτα! Φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Κανείς δεν την πιστεύει, κανείς δεν την ακολουθεί. Τι να πεις; Ουδείς προφήτης στον τόπο του!




Πριν πολλά χρόνια φιλοξενηθήκατε ξανά στις σελίδες των ΣΤΙΓΜΩΝ, ίσως όμως οι νεότεροι αναγνώστες να μην ξέρουν τη σχέση σας με την Κρήτη.
Κατάγομαι, βέβαια, από το χωριό Τζερμιάδο του Νομού Λασιθίου, αλλά γεννήθηκα στο Ηράκλειο και βαπτίστηκα στον ιερό Ναό του Αγίου Γεωργίου της συνοικίας του Πόρου. Όταν όμως ήμουν περίπου δέκα ετών, μετέθεσαν το πατέρα μου, που ήταν αστυνομικός, από την Κρήτη στα Σπάτα κι εκεί μείναμε για περίπου δεκατρία χρόνια. Μετά πέρασα στο Πανεπιστήμιο στα Γιάννενα φιλόλογος, όταν τέλειωσα τις σπουδές μου, μεταφερθήκαμε οικογενειακώς από τα Σπάτα στη Πετρούπολη, παντρεύτηκα και στη συνέχεια βγήκα στην τηλεόραση… Δεν ξαναγύρισα, δηλαδή, ποτέ στη Κρήτη κι άλλαξε η ζωή μου, ενώ αν είχα παραμείνει εκεί θα είχα απλώς μια «Κρητική ζωή» και τίποτα παραπάνω.

Ποιος σας άνοιξε το δρόμο για την τηλεόραση;
Να σας πω αμέσως πως έγινε: όταν έμεινα έγκυος στο γιο μου, επειδή είχα ήδη δύο αποβολές, πήρα άδεια άνευ αποδοχών και κάθισα σπίτι. Ενώ, λοιπόν, μέχρι τότε δεν έβλεπα τηλεόραση, εκείνη την περίοδο δεν είχα κάτι άλλο να κάνω, άρχισα αναγκαστικά να βλέπω και τότε παρατήρησα ότι δείχνουν κάθε είδους εκπομπές και μιλάνε για κάθε είδους θέματα και μόνο για το Χριστό δεν μιλάνε. Έτσι σκέφτηκα πως ζούμε σε μια ορθόδοξη Ελλάδα, αλλά ο λόγος του Θεού δεν ακούγεται, αναρωτήθηκα αν είναι λογικό και αποφάσισα να ακουστεί από μένα.
Δεν πήγα όμως αμέσως στη τηλεόραση, πήγα μετά από ένα χρόνο, το Μάιο του 1995, και βγήκα για πρώτη φορά σε μια εκπομπή κοινωνικού περιεχομένου που έκανε τότε η Σεμίνα Διγενή, η οποία, παρότι στην αρχή είδε το ζήλο μου και με δέχτηκε, όταν της ζήτησα να πάω ξανά με πέταξε έξω και δε με δέχτηκε ξανά. Αργότερα, άρχισα την ιεραποστολή μου και στο «Ερωτοδικείο» της Μιχαλονάκου - που στην αρχή ήταν μια σοβαρή εκπομπή, άσχετα αν στη συνέχεια κατέληξε έτσι όπως κατέληξε - και μετά ήρθαν κι όλα τα υπόλοιπα.


Πλήρης παρουσίαση στο τεύχος 50 και τεύχος 101 των ΣΤΙΓΜΩΝ

Μοναξιά – 1996-









Εκείνο που ποτέ δεν άντεξα σαν αμαρτία
να φύγει από κοντά μου, να χαθεί
εκείνο πάντα που μου τσάκιζε ότ’ είχα μέσα στο μυαλό και στη ψυχή
εκείνο είναι συνάμα κι ότι λάτρεψα
απ’ ότι άλλο, ναι απ’ ότι άλλο, στη ζωή μου πιο πολύ


Μοναξιά…ένα με το μυαλό μου έχεις γίνει
ρούχο για να φορώ μοναδικό εσύ μου έχεις απομείνει
Μοναξιά, βλαστός που στα βαθιά μεσ’ τη καρδιά ρίζες έχεις απλώσει
μοναξιά, δέντρο που μοναχά εσύ καρπούς μου έχεις δώσει


Μοναξιά, μάσα στο κάστρο σου τάχα γιατί μ’ έχεις κλειδώσει;
Χμμμμ, βλέπεις κόρη ακριβοθώρητη, σ’ άλλον πως θα με δώσεις;
Κι εσύ όμως για μένα κύρης, μάνα και αδέλφια,
βράχος ακλόνητος που πάνω του μπορώ να βγάζω όλα τα ντέρτια


Μοναξιά, σαν μάγισσα κακή με πλάνεψες
και σ’ έχω αγαπήσει
Μα είναι και στιγμές που επιθυμώ κάθε σημάδι από σένα στο κορμί μου
αχ ας γινόταν, ας μπορούσε επιτέλους πια να σβήσει



ΚΡΗΤΗ -1996-










Μια τόση δα μικρούλα κουκίδα
Mεσ’ το χάρτη του κόσμου
Κρήτη, της λευτεριάς νησίδα
Λάμπεις παντού σαν του ήλιου αχτίδα!!!








Μια ανάσα ζωής για το χάος της γης
Ιστορία που λέει πολλά
Aπ’ αυτά τα χιλιάδες που κάνει ο άνθρωπος
Mοναχά σαν τολμά….




Σε πορεία χιλιάδων ετών
Σε καιρούς που τα πάντα σκορπούσαν
Σε πολέμους κι αγώνες ήσουν πάντα παρούσα
Και το λάβαρο κρατώντας ψηλά της πρωτιάς
Μάνα ΚΡΗΤΗ, εσύ, μόν’ «ανθρώπους»
Μπορείς και γεννάς…..






Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2009

Οταν η.....

.... ατμόσφαιρα μυρίζει ακαταστασία ......





εσανς απο γιασεμια του Ιούνη





πεταμένα γυναικεια σουτιέν















εκπληξη απο ταξιδι




και πολυ μα πολύ αγάπη....έστω ακόμα και καλοκαιρινη....










ΑΥΤΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΠΩΣ ΟΛΑ ΓΥΡΩ ΜΥΡΙΖΟΥΝ ΖΩΗ

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΜΟΥ



Μπορει να εχουν περάσει 23 ολοκληρα χρονια, όμως υπάρχουν ακόμα στιγμές που την κοιτάζω και αναρωτιέμαι...
Αυτο το "θαύμα της ζωής" ειναι δικό μου;;;;




Το εφτιαξα εγω;;;;;



Και δεν λέω πως τα καταφέρνω πάντα, προσπαθώ όμως να την ευχαριστώ όσο μπορώ για τη παρουσία της στη ζωή μου



Και δεν θέλω αντιρρήσεις....μιλάμε όντως για θαύμα




Μια νέα κοιμωμένη του Χαλεπά…


Εκατό τεύχη ΣΤΙΓΜΕΣ



Είναι κάποιες "στιγμές" που ουτως ή άλλως παραμένουν ανεπανάληπτες....οχι μονο για τη ζωη μας.....αλλα και για πολλους άλλους.....







Εκατό τεύχη "ΣΤΙΓΜΕΣ" λοιπον με τους ανθρώπους του!!!








Που στα τόσα χρόνια συνεργασιας, μάλλωσαν μάλωσαν μεταξύ τους, στεναχωρήθηκαν μεταξύ τους, νεύριασαν μεταξύ τους, αλληλοσκοτώθηκαν, αλλα πάνω απ΄ όλα δημιούργησαν …κατά κοινή ομολογία...







Και δικαιως να χαίρονται.....






Αντε, και στα αλλα εκατο Νικόλα....



Μαζι φυσικά, δεν το συζητάμε....

Κυριακή, 16 Αυγούστου 2009

Φτανει πια........όχι άλλα αδέσποταααααααα



Οι εικόνες ειναι ακατάλληλες δι ενηλίκους και ανηλίκους....προειδοποιώ…







Η αληθινή καλοσύνη του ανθρώπου δεν μπορεί να συγκριθεί παρά μόνο σε σχέση με αυτούς που είναι στο έλεος του: Τα ζώα!
Και εδώ είναι που τοποθετείται η μεγαλύτερη αποτυχία του ανθρώπου, μια βασική καταστροφή από την οποία απορρέουν όλες οι υπόλοιπες…..
(Από την «Άβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι» του Μίλαν Κούντερα)

ΤΟ ΤΕΚΝΟ ΤΗΣ ΑΓΑΡ


««…Ιδούσα δε Σάρα τον υιόν Άγαρ της Αιγυπτίας ως εγένετο τω Αβραάμ παίζοντα μετά Ισαάκ του υιού αυτής είπε τω Αβραάμ:
Έκβαλε την παιδίσκη ταύτην και τον υιόν αυτής ου γαρ μη κληρονομήσει ο υιός της παιδίσκης ταύτης μετά του υιού μου Ισαάκ..»
ΓΕΝΝΕΣΙΣ ΚΕΦ. Κ Α. Παρ. 9-10





Το πιθανότερο ότι δεν θα μάθαινε ποτέ… ποτέ και τίποτα!
Ποτέ και τίποτα δεν θα μάθαινε αν.. αν το «απρόσμενο» που οριοθετεί, διχοτομεί, αλλοτριώνει, με δυο λόγια καθορίζει την πορεία της ζωής, δεν έπιανε το κλειδί του κώδικα για να λύσει κι εδώ τους γρίφους από μόνο του κάποια στιγμή.
Ένα «κάτι» φυσικά απροσδιόριστο κι ανεξήγητο, ασύλληπτο με δυο λόγια αλλά σε κάθε περίπτωση σχετικό, μιλούσε μέσα της προσπαθώντας να την προειδοποιήσει όλα τα προηγούμενα χρόνια, πλην όμως πως θα μπορούσε η λογική της να φτάσει και ίσαμε εκεί;
Οι προειδοποιήσεις ήταν απρόσωπες, έμοιαζαν με σκιές κατευθυνόμενες που πλανώνταν στον αέρα, πέρα δώθε…πέρα δώθε… τις ένιωθε, τις άκουγε, δίχως ασφαλώς να μπορεί να τις περιγράψει, δεν έπαυαν ωστόσο να είναι σκιές οπότε και μόνο ο φόβος που της προκαλούσε η ισχύς τούτων των φαντασμάτων την απομάκρυνε από κάθε περαιτέρω επιθυμία εξερεύνησης.
Γιατί να ψάξει; Γιατί να μάθει; Κατέληξε ότι όλα αυτά ήταν ανόητα γεννήματα του μυαλού της , τα οποία δημιούργησε η υπερβολική ευαισθησία κατά τη περίοδο της εφηβείας που την πέρασε σε βαθμό υψηλού κινδύνου, κι έτσι εν μέρει ησύχασε.

Την διαφορά βέβαια της συμπεριφοράς των γονιών της απέναντι στην ίδια και στον αδελφό της, την είχε διαπιστώσει πολύ πιο πριν από τη περίοδο της εφηβεία, από τότε ακόμα που θυμόταν τον εαυτό της, οπότε όσο κι αν προσπάθησε δεν κατάφερε τελικά να την κατατάξει ολοκληρωτικά στα αποκυήματα της φαντασίας της. Δυστυχώς , αντίθετα από τις σκιές που πλανώνταν ασύλληπτες, ήταν γεγονός εμφανέστατο και χειροπιαστό αυτή κι ειδικά μάλιστα εκ μέρους της μητέρας της…
Έτσι, επειδή ίσως δεν μπορούσε να φερθεί αλλιώς, ίσως όμως κι επειδή ήταν έτσι ανεκτική από χαρακτήρα, για όσο ήταν παιδί δεχόταν δίχως τη τόλμη της παραμικρής αντίδρασης όλα τους τα ξεσπάσματα για κάθε τι κακό που συνέβαινε σπίτι και που απαραίτητα έπρεπε πάντα να το έχει προκαλέσει αυτή.
Αργότερα πάλι που άρχισε να μεγαλώνει και να μην είναι τόσο παθητική, συνειδητοποίησε πως ούτε και τώρα τα περιθώρια που της δίνονταν δεν της επέτρεπαν να φερθεί διαφορετικά, επίσης όμως συνειδητοποίησε πως κι αν ακόμα της το επέτρεπαν εκείνη ξανά, και ξανά και ξανά, όπως τότε που ήταν παιδί, το ίδιο θα επέμενε να δικαιολογεί.
‘Ήταν επιτακτική η ανάγκη της να δικαιολογεί γι’ αυτό ακριβώς και την συμπεριφορά των ανθρώπων που τη γέννησαν, εδώ και καιρό την βόλευε να την αποδίδει στις κοντόφθαλμες ιδέες που διαχωρίζουν το θηλυκό από το αρσενικό και τις οποίες , έτσι ήθελε να πιστεύει, τους επέβαλλε να υιοθετήσουν ο στενός, επαρχιακό τους περίγυρος.
Και δε μπορεί να πει, μέχρι ενός σημείου τα κατάφερε καλά με τούτη τη θεωρία , έλα σου όμως που το χάσμα ανάμεσα στην ίδια και στους γονείς της εξακολουθούσε ασταμάτητα να γίνεται όλο και πιο ευδιάκριτο… όλο και πιο ευδιάκριτο… κι όσο περνούσαν τα χρόνια κι εκείνη μεγάλωνε άλλο τόσο μεγάλωνε και το χάσμα έως ότου έφτασε κάποτε στιγμή που δεν έπαιρνε για να μεγαλώσει παραπάνω.
Την εποχή που παντρεύτηκε είχε φτάσει πλέον στο αποκορύφωμα του!
Από εκεί κι έπειτα όμως έπαψε επιτέλους πια κι αυτή να ασχολείται με το υπαρκτό, ή έστω και ανύπαρκτο, σαράκι που για είκοσι τρία χρόνια ροκάνιζε αδυσώπητα τη ζωή της.
Στο εξής αποφάσισε πως τίποτα δεν θα την ενδιέφερε και με την βοήθεια της αγάπης του άντρα της φρόντισε κι έφτιαξε στο μυαλό της ένα στεγανό όπου μέσα του κλείδωσε όλες τις ασχήμιες του χθες για την δική της, πάνω απ’ όλα, ασφάλεια.
Η οικογένεια της, η οικογένεια δηλαδή που θα δημιουργούσε από ετούτη τη στιγμή και μετά, θα γινόταν πλέον η σωτήρια λέμβος της σκέφτηκε τελεσίδικα και ηρέμησε.
Ειδικά δε μετά τη γέννηση των τριών παιδιών της , για να γίνει το τελεσίδικο ακόμα πιο τελεσίδικο, αυτό το απροσδιόριστο «κάτι» που επί σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα συνέθλιβε την ψυχή της δεν έψαξε ποτέ ξανά για να το προσδιορίσει.
Το μόνο που ζητούσε ήταν να καταφέρει να αγνοήσει και μπορεί μάλιστα να υπερηφανευτεί πως το είχε καταφέρει μετατρέποντας το σπίτι της σε ένα τεράστιο οχυρό αγάπης που μέσα του φύλαγε σαν κόρη οφθαλμού όλο το περίσσευμα της συναισθηματικής στέρησης που την έπνιγε από τα νηπιακά της χρόνια έως και μέχρι πρότινος.
Όλη την αγάπη που από παιδί έπρεπε να δώσει αλλά δεν έδωσε, όλη την αγάπη που από παιδί έπρεπε να πάρει αλλά δεν πήρε, τώρα πια την κρατούσε συγκεντρωμένη στα χέρια της προσφέροντας την στα αγαπημένα της πρόσωπα , προς χάριν τους φυσικά, για να τα προφυλάξει, αλλά και προς χάριν της προσωπικής της ολοκλήρωσης.
Τώρα πια κανείς δεν την εμπόδιζε ούτε να αγαπήσει ούτε να αγαπηθεί, τώρα πια μπορούσε ανεμπόδιστα να τα απολαύσει και τα δυο…
Υπήρχαν ασφαλώς κάποια βράδια που η ασύλληπτη σκιά της περασμένης της ζωής πλανώνταν ακόμα ανεξέλεγκτη στα όνειρα της μαυρίζοντας της τον ύπνο, κατάφερνε όμως δυναμικά πια να την κουμαντάρει και να την έχει υπό έλεγχο.
Κι επιτέλους το έβλεπε και λίγο φυσικό η σκιά να συνυπάρχει με τη ζωή της αφού είχε γεννηθεί ταυτόχρονα με τη ζωή της , τώρα όμως που και οι γονείς της αλλά κι η ίδια και ο αδελφός της είχαν μεγαλώσει, θεωρούσε πως δεν χρειάζονταν πλέον να ανησυχεί.
Όλοι τους είχαν μεγαλώσει… συγκεκριμένα οι γονείς της περνούσαν πια τα ογδόντα, η ίδια πλησίαζε τα σαράντα πέντε κι ο δε αδελφός της μόλις είχε πατήσει τα πενήντα. Γι’ αυτό ακριβώς θεωρούσε ότι η ωριμότητα τους θα έπρεπε να τους αναγκάσει να κλείσουν επιτέλους, ή έστω να μικράνουν, το κύκλο της στενότητας των όποιων εμπαθειών τους χώριζαν κάνοντας τους να ασφυκτιούν.
Πίστευε ακράδαντα πως τα «φύλλα στο ημερολόγιο της ζωής» είναι ιεροσυλία να μετακινούνται. Ούτε προς τα πίσω, αφού κι αν ακόμα τα όσα συνέβησαν δεν έχουν σβηστεί εντελώς οφείλουμε να τα σεβόμαστε έστω και μισοσβημένα, αλλά ούτε και μπροστά αφού εκεί ειδικά προφυλάσσονται από το άβατο της ανυπαρξίας και της άγνοιας που σου επιβάλλει θες δεν θες να σκύψεις το κεφάλι μπροστά τους …ότι έγινε, έγινε δηλαδή κι ότι μέλει να γίνει θα γίνει που σημαίνει πως είναι λάθος να το προκαλείς όπως κι εξίσου να το ανασκαλεύεις…
Οι σκέψεις που την καθοδηγούσαν ήταν απλές, τετραγωνισμένες, σκέψεις γυναίκας καθημερινής, ευφυΐας λίγο ίσως παραπάνω του κανονικού, επαγγέλματος «οικιακά» και που για τίποτα στον κόσμο δεν θα επέτρεπε σε πράξεις είτε του παρελθόντος, είτε του παρόντος, είτε ή ακόμα κι αυτού του ίδιου του μέλλοντος, να διαταράξουν την ευτυχία που με τόσο κόπο κατάφερε να κερδίσει χωρίς καμία συμπαράσταση από πουθενά.

Και μακάρι φυσικά να ήταν στο χέρι της γιατί αν ήταν τότε η ίδια θα πάλευε με νύχια και με δόντια για να μην επιτρέψει στο προσωπικό της οχυρό να δεχτεί ρήγματα από πουθενά, δεν ήταν όμως…δυστυχώς δεν ήταν…
Τα θεμέλια της ευτυχία της, ολόκληρης της ζωή της διαταράχτηκαν κάποια στιγμή, κατέρρευσαν συθέμελα θα ήταν το σωστότερο, από το θάνατο των γονιών της πρώτα- πρώτα που έφτασε με διαφορά μηνών ο ένας από τον άλλο.
Ο θάνατος των γερόντων φυσικά δεν ήταν η αιτία, ήταν απλώς η αφορμή της καταστροφής αφού αμέσως μετά ήρθε και το άλλο, το χειρότερο.
Αυτό που επιβεβαίωσε ότι ο διαχωρισμός που ανέκαθεν έκαναν τούτοι οι άνθρωποι ανάμεσα στα δυο τους παιδιά δεν ήταν μόνο πέρα για πέρα υπαρκτός και κάθε άλλο από γέννημα της φαντασίας της όπως η ίδια είχε επιβάλλει κάποτε στον εαυτό της να πιστέψει, αλλά αντίθετα και πολύ μεγαλύτερος από ότι εκείνη είχε καταλάβει αφού δεν κατάφερε όχι να τον κάμψει μα ούτε καν να τον μαλακώσει η ιδέα που με τα χρόνια μετατρέπεται σε βεβαιότητα κάνοντας λίγο ως πολύ όλους τους ανθρώπους καλύτερους:
Η βεβαιότητα του θανάτου!
Μερικές μέρες μετά το θάνατο του πατέρα της που πέθανε δεύτερος,
τα διαπίστωσε όλα στην αίθουσα μέσα κάποιου συμβολαιογραφείου, κι επίσημα μάλιστα, με βούλες και χαρτόσημα και της ήρθε όχι απλώς να τρελαθεί αλλά να πέσει από το μπαλκόνι.
Τα πάντα είχαν τακτοποιηθεί ένα χρόνο πριν με ακρίβεια κι επισημότητα, με βούλες δηλαδή και χαρτόσημα, σε μορφή τυπικών μα συγχρόνως ουσιαστικών αγοροπωλησιών κι όχι διαθήκης ούτως ώστε με τίποτα να μη μπορέσει να πειραχθεί το αδιάβλητο τους.
Και ξαφνικά, το μισοξεχασμένο πλέον απροσδιόριστο, ζωντάνεψε για μια ακόμα φορά κι έγινε ακόμα πιο απροσδιόριστο πάνω στην σαρωμένη, από τον εγκέλαδο του μίσους, επιφάνεια της ψυχής της.
«Μα γιατί, γιατί, γιατί..» άρχισε να αναρωτιέται με πόνο ασταμάτητα κι όχι βέβαια για το οικονομικό μέρος της απόρριψης των γονιών της μα για το άλλο, εκείνο εκεί της απόρριψης από την αγάπη τους που την έκαιγε πάντα.
« Μα γιατί ρε Κάλλια, γιατί…έξω από όλα; Δεν είναι δυνατόν» αναρωτήθηκε τούτη τη φορά κι ο άντρας της από τον οποίο επιμελώς τόσα χρόνια φρόντιζε να αφήνει μακριά τις άσχημες καταστάσεις δικαιολογώντας του πολύ συχνά τα αδικαιολόγητα « Δεν θα το αφήσουμε έτσι όμως, θα κάνουμε τα πάντα , θα προσβάλουμε ότι γίνεται να προσβάλουμε…ποιος εξάλλου με βεβαιώνει εμένα ότι δεν ξεκούτιαναν οι γέροι στο τέλος με αποτέλεσμα να μη ξέρουν τι κάνουν, με βεβαιώνει κανείς; »
Θέλησε προς στιγμή να πιαστεί από την ιδέα που ο ίδιος της έδινε αφήνοντας τον να πιστέψει ότι ναι, όντως οι γέροι της τα έχασαν στο τέλος και όντως δεν ήξεραν τι έκαναν, σκέφτηκε όμως πως θα μπορούσε κάλλιστα να αποδειχθεί η πραγματικότητα με μαρτυρίες οπότε το απέφυγε.
Αμέσως μετά θέλησε να προσπαθήσει μπας και βρει κάποια άλλη, καινούργια δικαιολογία είδε όμως ότι θα ήταν κίνηση άσκοπη, μάταιη και γελοία και πάλι το απέφυγε.
Στο κάτω- κάτω πως μπορούν να δικαιολογηθούν οι γονείς που ξεχνούν εντελώς το ένα από τα δυο παιδιά τους την ώρα που συντάσσουν την διαθήκη τους μετατρέποντας την σε αγορά προς όφελος του ενός και εις βάρος του άλλου;
Για κλάσματα δευτερολέπτου της πέρασε η ιδέα μήπως τούτη ήταν η πλέον κατάλληλη στιγμή για να μοιραστεί με τον άντρα της τις σκιές που την βάραιναν την σταμάτησε όμως η αμφιβολία μήπως αυτός δεν την καταλάβαινε και τα πράγματα χειροτερέψουν αντί να φτιάξουν μετά την εξομολόγηση της.
Η ανασφάλεια τελικά, απόρροια των παιδικών της χρόνων, εγκαταστάθηκε ξανά στην ψυχή της κάνοντας την να προτιμήσει σαν σωστότερη αντιμετώπιση την σιωπή της υποτιθέμενης άγνοιας για να βρίσκεται και κάπου ανάμεσα στην μισή αλήθεια.
« Γιατί.. μήπως ξέρω κι εγώ γιατί βρε Γιάννη.. μακάρι να ήξερα αλλά δεν ξέρω τίποτα, πίστεψε με» απάντησε μόνο στην δικαιολογημένη αγανάκτηση του άνδρα της και κανένα ψέμα στην ουσία δεν σπίλωνε την απάντηση της.
Στ΄ αλήθεια μήπως ήξερε;

Και θα παρέμενε για πάντα εκεί, στην άγνοια που εν τέλει ποτέ δεν έμαθε τον λόγο της χρησιμότητας για την οποία την εγκαθίδρυσαν γύρω της, αν…αν…
Κι όχι φυσικά ότι έκανε τηλεφωνική υποκλοπή, κάτι τέτοιο δεν θα περνούσε ποτέ από το μυαλό της, και για ποιο λόγο άλλωστε;
Απλώς σε μια από αυτές τις σατανικές συμπτώσεις που προκαλεί η ζωή γύρω μας, μπερδεύτηκαν οι γραμμές του ΟΤΕ τότε που της αποκαλύφθηκαν τα πάντα μέσα από το παρακάτω διάλογο:
«Καλά, μπορείς να μου πεις τώρα γιατί αντιδράς έτσι , στο κάτω- κάτω τη γνώμη μου δεν ζήτησες; Εμένα λοιπόν αυτή είναι η γνώμη μου όσο κι αν εσένα δεν σου αρέσει και δεν σε βολεύει να την ακούς.»
« Ποια γνώμη καλέ, ποια γνώμη, αυτή η από χιλιόμετρα μακριά; Τη χέζω εγώ τέτοια γνώμη…Αν θες κυρά μου να είσαι αμερόληπτη φέρε πρώτα τον εαυτό σου στη θέση του άλλου και μετά άνοιγε το στόμα σου.»
«Λυπάμαι που θα σε απογοητεύσω αδελφούλα αλλά δεν υπάρχει μακρινή ή κοντινή θέση σε τέτοια ζητήματα, η θέση τους είναι μία κι αμετακίνητη απ΄ όποια πλευρά κι αν το δεις το πράγμα, εντάξει;»
«Κατά την άποψη σου δηλαδή επειδή έκανε κι ο πεθερός μου ένα λάθος σαν άντρας, θα έπρεπε να το πληρώνει εφ’ όρου ζωής όχι μόνο αυτός αλλά και όλοι οι υπόλοιποι, έτσι;
«Εμένα η άποψης μου , την οποία μάλιστα στην έχω πει πολλές φορές, είναι πως ανέκαθεν η συμπεριφορά των πεθερικών σου απέναντι στη Κάλλια ήταν αδικαιολόγητα άσχημη, όμως κι αυτό πάλι το τελευταίο παραείναι χοντρό. Την πετάξατε σαν τη τρίχα από το ζύμη τη γυναίκα, αν είναι δυνατόν…Και δεν με ξεγελάς εμένα , είμαι σίγουρη πως δεν ήταν μόνο απόφαση των γέρων αλλά εσύ κι ο άντρας σου το χώσατε το δαχτυλάκι σας, έτσι; Εν πάση περιπτώσει εκείνο που δεν καταλαβαίνω είναι πως αφού το κάνατε που το κάνατε τώρα γιατί μπαίνεις στο κόπο να το συζητάς, μήπως συναισθάνεσαι το κακό που της προκαλέσατε και ενοχλείται από τύψεις τα βράδια ο ύπνος σου; Άσε τώρα που αν ανοίξεις τα αυτιά σου θα ακούσεις ότι σας κατακρίνουν όλοι όσοι γνωρίζουν, έτσι λένε αναθρέφει ο καθένας ξένο παιδί, κι όχι ένα μάλιστα αλλά δέκα… οπότε γιατί λοιπόν δεν την αφήσανε στην μάνα της; Σίγουρα η Κάλλια θα ήταν πολύ καλύτερα εκεί, δε το συζητάμε…. Με συγχωρείς, δεν θέλω να επεμβαίνω στα οικογενειακά σου αλλά με αναγκάζεις.»
«Βρε δεν πα να πνιγούνε όλοι και πρώτη και καλύτερη εσύ ; Τι ήθελες δηλαδή ρε ιδεολόγα, δεν φτάνει που το κρατήσανε το μούλικο..»
« Για όπα ρε αδερφή, όχι και μούλικο, του πεθερού σου παιδί δεν είναι η Κάλλια;»
«Ε και; Είναι παιδί από γάμο; Η λέξη σε πείραξε τώρα, το μούλικο χρυσή μου είναι πάντα μούλικο, όποιου παιδί κι αν είναι…δεν το ξέρεις; Δεν φτάνει λοιπόν που του κάνανε τη χάρη και το κρατήσανε, το μεγαλώσανε, ή θαρρείς πως θα ήταν καλύτερα κοντά στην μάνα της, αλλά για να είναι καλοί κατά την άποψη σου θα έπρεπε κι από πάνω να μοιράσουν την περιουσία του παιδιού τους με την κόρη μιας υπηρέτριας; Σε παρακαλώ... Και για να κλείσει μια δια παντός το θέμα, τις υπεράνω ανθρωπιστικές ιδέες αδελφούλα τις ασπαζόμαστε όλοι μας φτάνει βέβαια να αφορούν τον διπλανό μας , ποτέ όταν αφορούν εμάς κι όταν θίγουν τα προσωπικά μας συμφέροντα. Όλοι τις κρατάμε από μακριά κι επί θεωρητικού επιπέδου πάντοτε…τουλάχιστον εγώ πρακτικά δεν τις είδα ποτέ και πουθενά επικυρωμένες..

ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΖΑΖ


Στον προσφυγικό συνοικισμό ένα ραδιόφωνο εξέπεμπε πολύ υψηλές νότες μουσικής τζαζ εκείνο το βράδυ.
Λίγο πιο πέρα ένα σκυλί, μετά από άγριο σκυλοκαβγά, έγλειφε τις πληγές του μυξοκλαίγοντας ενώ ακόμα πιο πέρα μια γάτα νιαουρίζοντας έδινε απεγνωσμένη πάλη επιβίωσης με τον σκουπιδοτενεκέ της γωνίας.
Σε χρόνο μηδέν ο χώρος γέμισε από αδέσποτα που κρατούσαν σεκόντο:
«Νιαου, νιάουουου.. Γαβ, γαβ, γαβ..»
Κι εν τω μεταξύ η μουσική τζαζ όλο και δυνάμωνε, συνεχώς και δυνάμωνε…
«Μίλα μωρή, μίλα, λέγε ποιος είναι.. ποιος…ποιος;»
Μια πνοή δυνατό, αυγουστιάτικο μελτέμι περνούσε την συγκεκριμένη στιγμή από το συγκεκριμένο μέρος, άκουσε την φωνή, άκουσε και την μουσική και, «πως γίνεται να συνυπάρχουν τούτα τα δυο;» σκέφτηκε.
Η δυνατή, αυγουστιάτικη πνοή για δευτερόλεπτα στάθηκε αναποφάσιστη.
Όμως αμέσως συνήλθε, έκλεψε λίγη φρίκη, όση μπορούσε, φορτώθηκε πολύ μελωδία, όση επίσης μπορούσε, και τις νότες ,για να τις σώσει, τις μεταμόρφωσε σε μικρουλένια ανθρωπάκια ούτως ώστε να μπορούν να πηδούν, πατ-πατ, και να στέκονται όπου εκείνα θέλουν κι αποφασίζουν.
Όσο για την ίδια, αμέσως μετά έτρεξε να προστεθεί στο ρεσιτάλ της μουσικής των αδέσποτων που προτίμησε.
Το δυνατό, αυγουστιάτικο μελτέμι όμως, όσο κι αν το προσπάθησε, δεν κατάφερε να πάρει μαζί του παρά ελάχιστη φρίκη που κι αυτήν πάλι για να καταφέρει να την πάρει, εισχώρησε από τις γρίλιες.
Η έλλειψης της ούτε καν έγινε αισθητή στον αέρα του δωματίου... ολάκερη η φρίκη έμεινε σχεδόν άθικτη πίσω του.
«Ποιανού είναι το μπάσταρδο μωρή, λέγε. Ποιος σε γκάστρωσε; Μίλα, μίλα πριν σου ανοίξω τον τάφο σου εδώ πέρα.»
Συνάμα με την απειλή, μια ζωστήρα παντελονιού συνόδευσε σφυρίζοντας την ερώτηση και τους ήχους της μουσικής τζαζ διαγράφοντας ακτινωτούς κύκλους έως ότου η άκρη του χαρταλαμιού της φτάσει για να προσγειωθεί τελικά στην μικρή κοιλιά που το επί πλέον του κανονικού της μέγεθος, μόλις που ξεχώριζε μέσα από την διαφάνεια του ψιλού, καλοκαιρινού φουστανιού.
«Άνοιξε το ρημάδι σου επιτέλους μωρή πουτάνα, μίλα ειδεμή θα σε βαρώ μέχρι το πρωί.»
Μια ασυναίσθητη κίνηση αυτοάμυνας που έμοιαζε με κίνηση διευθύνων μαέστρου, ήταν η μόνη απάντηση στην επί ώρες πατρική ανάκριση καθώς επίσης και στην επί δεκαοχταετίας πατρική εξουσία.
Και ένα δειλό, σπουργιτένιο κλάμα, διατάραξε σε ρυθμούς παράνοιας την έξω ευηχία της φύσης:
«Εδώ, εδώ καλύτερα το σπουργίτι, είναι πιο προστατευμένο» συμφώνησαν το δυνατό αυγουστιάτικο μελτέμι με τα μικρουλένια ανθρωπάκια που πήγαιναν κι έρχονταν, πατ-πατ, βγάζοντας έξω, στον χώρο της συναυλίας των αδέσποτων, το κλάμα του σπουργιτιού. Του πρόσφεραν μια ανάσα μελωδίας για να ξεκουραστεί και να γυρίσει κατόπιν ξανά μέσα από τις κλειστές γρίλιες στο δωμάτιο και να εξακολουθήσει να ζυμώνεται με την φρίκη.
«Αφού θα μιλήσεις που θα μιλήσεις παλιοβρόμα μίλα τουλάχιστον μια ώρα αρχύτερα πριν μας πάρει χαμπάρι η γειτονιά μωρή άχρηστη.. ντροπή του σπιτιού μου.»
«Ναι παιδί μου, σε παρακαλώ κι εγώ κάνε ότι σου λέει ο πατέρας σου. Το καλό σου θέλει, μίλα του, πες του ποιος είναι μόνο, τίποτα άλλο… τα υπόλοιπα θα τα κανονίσει εκείνος, θα δεις..» ένα άλλο πουλί με παρουσιαστικό κάργιας συνιστούσε πετώντας πότε εδώ και πότε εκεί στην ατμόσφαιρα του δωματίου με μόνη έμπρακτη επέμβαση προστασίας στην όλη διαδικασία, την φροντίδα να κλειστούν εξ αρχής πόρτες και παράθυρα και να υψωθεί τέρμα το ραδιόφωνο προς αποφυγή της οικογενειακής διαπόμπευσης.
«Εδώ καλά είναι, πιο καλά απ’ αλλού μάλιστα, θα μπερδεύονται οι δικές της φωνές με τούτα τα αλαμπουρνέζικα και δεν θα μας πάρει κανείς μυρωδιά» σκέφτηκε και ψήλωσε τέρμα την βελόνα του ραδιοφώνου αφήνοντας την να εκπέμπει τις νότες της ξένης μουσικής που θα κάλυπταν τις νότες του πόνου της κόρης της για όσο θα έκανε την δύσκολη και δεν θα αποκάλυπτε στον πατέρα της ποιος ακριβώς είναι η αιτία της ντροπής τους.
«Μη την λυπάσαι, χτύπα… χτύπα και σταμάτα μόνο όταν κουραστείς εσύ» ψιθύριζε χαμηλόφωνα, να μην ακούγεται , έτσι ώστε να μπορεί έτσι να κρατά δυο χαρτιά ταυτόχρονα στα χέρια της οπότε ή με το ένα θα κέρδιζε ή με το άλλο.
«Μίλησε μας παιδί μου, πες μας επιτέλους ποιος είναι. Ούτε σ΄ αυτόν θα κάνουμε τίποτα ούτε σε σένα, να δούμε μόνο αν γίνεται να συμβιβάσουμε τα πράγματα…να σας παντρέψουμε δηλαδή θέλουμε, κατάλαβες; » συμβούλευε ενώ εξακολουθούσε να πετά από παράθυρο σε πόρτα κι από πόρτα σε παράθυρο για να δοκιμάζει την αντοχή των φτερών της την οποία μετρούσε ανάλογα με το πόσο καλά ήταν κλεισμένα τα παραπάνω.
«Κάνε πέρα και λόγου σου, εγώ καθαρίζω, εγώ είμαι ο άντρας εδώ μέσα» με δυνατή σπρωξιά η «αρχή της αρχής» έσπρωξε την κάργια πιο πέρα…όλα εκεί μέσα ήταν μάλλον θέμα γοήτρου…
Η ζωστήρα του παντελονιού διέγραψε τον χιλιοστό ακτινωτό κύκλο της έως ότου προσγειωθεί για μια ακόμα φορά στο επιπλέον της μικρής κοιλιάς που απορημένα αναρωτιόταν το γιατί.
Σε άλλο χρόνο, σε άλλο επίπεδο, σε άλλη ύλη…
«Αααααα! Φτάνει, όχι άλλο, όχι άλλο, σας παρακαλώ όχι άλλο, θα μιλήσω» λευτερώθηκαν επιτέλους οι νότες από το λαιμό του σπουργιτιού. ..σε άλλο χρόνο, σε άλλο επίπεδο, σε άλλη ύλη…
Αααααα!» τραγούδησε και μετά… μετά τίποτα άλλο…μετά σίγησε.



==================
Το δυνατό, αυγουστιάτικο μελτέμι τρόμαξε από την απουσία της φωνής κι έστειλε μέσα στις κλειστές γρίλιες τα μικρουλένια ανθρωπάκια μπας και καταφέρουν να κλέψουν λίγη ακόμα μελωδία από το λαρύγγι του σπουργιτιού…δίχως την παραφωνία του η συναυλία των αδέσποτων δεν έλεγε και πολλά πράγματα…
«Αααααα!» φώναξαν και τα μικρουλένια ανθρωπάκια από αυτό που αντίκρισαν κι έτρεξαν να προφυλαχθούν κάτω από το δυνατό αυγουστιάτικο μελτέμι.
Δεν είχαν ξαναδεί τέτοιο ροζ, ροζ σε τριαντάφυλλο είχαν δει, σε γεράνι είχαν δει, στις ίριδας τα χρώματα είχαν δει, τέτοιο όμως όχι, ποτέ… ποτέ!
«Χριστέ μου τι όμορφο, γιατί φεύγει άραγε;» αναρωτήθηκαν και βάλθηκαν να τρέχουν μήπως και καταφέρουν να το συγκρατήσουν.
«Δεν προλαβαίνουμε… δεν προλαβαίνουμε, τρέχει πολύ γρήγορα, τρέξε και πρόλαβε το εσύ αν μπορείς…τρέξε όμως, ξεπέρασε τον εαυτό σου» φώναξαν στην δυνατή αυγουστιάτικη πνοή μα το ροζ χρώμα- αίμα έφευγε ήδη από τα μάγουλα κυλώντας προς τα κάτω…όλο και πιο κάτω.. και πιο κάτω..
Σταμάτησε για λίγο, σαν μετά από αναζήτηση, για να αποφασίσει , σε ένα σάκο που λέγεται αμνιακός, αποφάσισε εν τέλει την αποχώρηση του και το ονειρικό ροζ άρχισε να μετατρέπεται σε ένα βαθύ, πανάσχημο, της φωτιάς που μαυρίζει , κόκκινο.
Και κυλούσε, κυλούσε, κυλούσε, και μαύριζε, μαύριζε… μαύριζε για να ικανοποιήσει το ανικανοποίητο γόητρο.
Και κυλούσε, κυλούσε, κυλούσε, και μαύριζε, μαύριζε, μαύριζε…τα μάγουλα με το ροζ αίμα είχαν ήδη μετατραπεί σε ψήγματα φωτός και φωτιάς…
Ήταν κιόλας μισό βήμα πριν από το θάνατο και μισό βήμα πριν από την αθανασία…
Κι η μουσική τζαζ εν τω μεταξύ, παραχωρώντας τις νότες της στην συναυλία των αδέσποτων, συνεχώς δυνάμωνε…όλο και δυνάμωνε!

Πέμπτη, 13 Αυγούστου 2009

Δε φτάνει ο ασύρματος




Στις ψυχές που αιωρούνται……



Πόπη- Πόπη, αν μ΄ ακούς, ο Θεόφιλος είμαι – έτοιμος-
Μα δε φτάνει ρε γαμώτο ο ασύρματος για να χωρέσει ένα σ΄ αγαπώ.
Δεν φτάνουν οι θάλασσες που περνά η φωνή μου
να ρθει ως εσένα ο αέρας που σκορπίζει το πάθος
κι έρχεται τέλος εκει άψυχο, εξαϋλωμένο απ΄ τα στολίδια του .


Πόπη-Πόπη.. στολίζω την αγάπη μου με τους ανοιξιάτικους χρωματισμούς
της ανατολής των κυμάτων του καταχείμωνου.
Με την αλμύρα τους και τον ιδρώτα μου.
Βάζω τη μοναξιά μου κλωστή στο κέντημα της.
Περνώ την ομίχλη των θαλασσινών πρωινών σαΐτα στο πάθος της και στη στέλνω


Πόπη-Πόπη μ΄ ακους;;
Άχρωμη, άψυχη, η ασύρματη επικοινωνία λέει «σ΄αγαπώ..»
Δεν φτάνουν ποτέ εκεί τα δάκρυα, ο πόνος, η μοναξιά της αγάπης μου.
Το φωνάζω κάθε δειλινό που στολίζονται στα χρωματιστά οι ορίζοντες.
Μα δεν θα τα νιώσεις ποτέ καρδιά μου.


Το διηγούμαι στη φωτογραφία σου όταν χάνεται ο ύπνος απ΄ την αναπόληση.
Άφωνα τα « σ΄αγαπώ..»
Ψάχνω για τα χέρια, τα χείλη, τα μαλλιά σου, κάτι να χαϊδέψω να παρηγορηθώ.
Μου μένει πάντα η αλμύρα της θάλασσας και των δακρύων.

Πόπη- Πόπη εάν μ΄ακούς ο Θεόφιλος είμαι.
Σ΄αγαπώ.. έτοιμος..
Ας είναι κι έτσι, συγχώρα τον ασύρματο...



Εν πλω από Καρκαϊλα
για Τουρμπάν
( 25-12—1998)

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2009

Οίκος ευγηρίας.-२००८


Τι έγινε, κοιμήθηκα λίγο πιο βαριά
απ΄ το κανονικό χθες κι έζησα το όνειρο;
Περίεργο γιατί συνήθως ονειρεύομαι τη ζωή…
Τώρα βέβαια νιώθω λίγο σαν να είχα έτοιμες τις βαλίτσες
για ταξίδι που επιθυμούσα και σχεδίαζα καιρό,
κρατούσα μάλιστα στο χέρι και εισιτήριο ευκαιρίας,
με μπλόκαρε όμως η κίνηση στο δρόμο
κι έφτασα στο λιμάνι λίγα μόλις λεπτά
αφότου το καράβι σήκωσε άγκυρα.
Το έβλεπα μα για κείνο τουλάχιστο το ταξίδι
δεν προλάβαινα με τίποτα κι αντί κονιάκ παρηγοριάς
μου ‘βαλε μπρος τον οίνο της πειθούς ο εαυτός μου: «Δε βαριέσαι, ίσως μια άλλη φορά…
Στο κάτω-κάτω όνειρο ήτανε και τα όνειρα
φτιάχτηκαν για να τελειώνουν το πρωί,
οπότε προς τι να πικραθείς;
Φοβάσαι μη και δεν ξαναονειρευτείς;
Μα έχεις την αφθονία του ονείρου
κι έτσι που ξέρεις να βουτάς
στο βύθος του ανερμήνευτου
αύριο θ’ ανασύρεις άλλο
πιο πολύτιμο κογχύλι.
Κι ας προσπαθούν να τυλιχτούν
στο λαιμό σου για να σε πνίξουν
τα φύκια, φύκια είναι βρε χαζή και τα χλευάζεις.
Σε βάζει εσένα στη πλάτη του
και σ’ ανασύρει στον αφρό
σώα και αβλαβή το δελφίνι της ελπίδας
ακόμα και μετά απ’ όνειρα δύστροπα σαν το χθεσινό
που επείγει η απομάκρυνση πριν γίνουν εφιάλτες.»
***
Κι έδρασε τελικά ο οίνος της πειθούς.
Όντως, γιατί να πικραθώ;
Δεν στήνομαι καλύτερα να περιμένω το επόμενο όνειρο
από ψηλή, αμφιθεατρική θέση ούτως ώστε να το δω έγκαιρα
πριν φύγει κι αρχίσω να το ψάχνω πάλι στην ανωνυμία;
Πες μου τι θα φοράς έρωτα την ώρα που θα ‘ρθείς να σε γνωρίσω;
Τουλάχιστον τούτη τη φορά να προλάβω
να δω έστω το πρόσωπο σου.
Τουλάχιστον τούτη τη φορά να προλάβω
να σου εξηγήσω πως δεν ερμηνεύονται τα όνειρα.
Εξίσου με τον έρωτα δεν ερμηνεύονται τα όνειρα
κι ούτε ωφελεί να προσπαθείς να τα ερμηνεύσεις.
Συνθλίβεται μεσ’ την ορμήνια
ο μίσχος τους και φεύγουν πανικόβλητα.
***

Α κείνη η άγνοια… ρωτάς γιατί; Μα δεν το ήξερες;
Έχει τρυφερό μίσχο το όνειρο κι ένα μόνο λουλούδι
μπορεί να σου δώσει να μυρίσεις.
Την υπόσχεση…το τάμα… ποτέ όμως την ασφάλεια.
Το stop δηλαδή, το ως εδώ σταμάτα γιατί πιο κάτω υπάρχουν
στύλοι με ηλεκτροφόρα σύρματα και κινδυνεύεις.
Αυτό όχι, δυστυχώς δεν μπορεί να στο δώσει.
Γιατί βλέπεις αν μπορούσε να σου το δώσει
τότε δεν θα ήταν μίσχος τρυφερός,
θα ήταν ξερό κλαδί κατευθείαν για τον οίκο ευγηρίας.

Η στιγμή


Αχ νιάτα, νιάτα δικά μου,
νιάτα δικά μου της πληγής, και της πληγής
σήμερα αχνά μετά από χρόνια σας ξανάδα
μεσ’ σε ταμπούρλα και παιάνες γιορτής Εθνικής


Κι ως ανοιγόκλεισα σαν σ’ όνειρο τα μάτια,
λες κι ήταν μόλις χθες μου φάνηκε η στιγμή
που ίδια μ΄ εσάς ήμουνα κι εγώ τότε
όπου πριν λίγο μόνο ήσασταν κι εσείς…..

Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2009

Μαρία Παπαπέτρος: ΤΟ «ΜΕΝΤΙΟΥΜ ΤΩΝ ΣΤΑΡ» ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ


Η ζωή της θυμίζει Χολιγουντιανό σενάριο: γεννήθηκε στις Πατέλες του Ηρακλείου έφυγε πολύ μικρή με την οικογένεια της στην Αθήνα, τέλειωσε το Αμερικανικό γυμνάσιο στη Γερμανία κι αργά κάπως, γύρω στα είκοσι εφτά της, ανακαλύπτει το χάρισμά της. Μέχρι εκείνη την στιγμή όλοι οι άνθρωποι νόμιζε πως ήταν το ίδιο..

Εδώ και τριάντα χρόνια το Λος Άντζελες, - Νέα Υόρκη – Αθήνα, είναι για εκείνη ότι η διαδρομή με το λεωφορείο ενός καθημερινού ανθρώπου από το σπίτι του για την δουλειά του.

Η ίδια πάντως ισχυρίζεται ότι δεν είναι μέντιουμ, δεν έχει δηλαδή επαφές με πνεύματα, στην δουλειά της τουλάχιστον. Σε προσωπικό επίπεδο όμως επικοινωνεί με το πνεύμα του χαμένου γιου της.

Επαγγελματικά δέχεται μόνο τον τίτλο της ψυχοερευνήτριας που κατά εκείνη σημαίνει, ότι με την μέθοδο της ψυχομετρίας (ή Feeling όπως το ονομάζει), ερευνά τα κύματα που εκπέμπει η ψυχή και συλλαμβάνει όλες τις κρυμμένες της λεπτομέρειες.

Με την μέθοδο αυτή δούλεψε στο FBI, απέκτησε δική της εκπομπή στο CNN, συναλλάχθηκε με όλα τα μεγάλα ονόματα του αμερικανικού πολιτικού και καλλιτεχνικού στερεώματος - είπαμε, η ζωή της θυμίζει Χολιγουντιανό παραμύθι - και στην χώρα μας εκτός του ότι επίσης την συμβουλεύονται σε κάθε βήμα τους πολλοί μεγάλοι Έλληνες, προέβλεψε τον γάμο της Ρούλας Κορομηλά, την επικείμενη εγκυμοσύνη της, καθώς και τον γάμο επίσης του τραγουδιστή Τσαλίκη με την εκλεκτή της καρδιάς του κι έγινε μάλιστα κουμπάρα τους.

Ολ αυτά βέβαια ίσως να ήταν και προδιαγεγραμμένα, καθώς δυο αδελφές από την μεριά της μητέρας της ήταν αναγνωρισμένα μέντιουμ για την εποχή τους. Σμυρνιά στην καταγωγή από την μεριά του πατέρα της, παραδέχεται ότι οι Σμυρνιές έχουν μια ιδιαίτερα ανεπτυγμένη διαίσθηση, από την φύση τους.

Συνιστά πάντως ότι όλοι έχουν το χάρισμα της πρόβλεψης, όλοι μπορούμε να το αναπτύξουμε και να το εκμεταλλευτούμε για να αποφύγουμε τους επιτήδειους που δρουν εις βάρος μας