Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

Εβρεχε μιζέρια






Μου επέβαλλαν  την γύμνια να φοράω.
Φίλους επίπλαστους να έχω.
Μου βάφτισαν το κρύο ζέστη
και τ’ αδειανό τραπέζι
δείπνο χριστουγεννιάτικο ονομάτισαν
Κι  εγώ τους πίστεψα,
Η μπορεί να συνήθισα και ετσι
Οπως κι αν έχει,
συμφώνησα να ειμαι λιτοδίαιτη,
για να με απολλάξουν, έστω, απ’ το φόβο
Μπουκιά μπουκιά κατάπινα την πείνα να χορτάσω
Άφηνα έξω τον καιρό.
Εκανα πως δεν εβλεπα τον θάνατο,
που μου τον πρόσφεραν σε σελοφαν
πολυτελειας τυλιγμένο,
και ξέχασα
πως γύρω μου έβρεχε
ψόφια πουλιά,
αρρώστια και μιζέρια