Κυριακή, 16 Αυγούστου 2009

ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΖΑΖ


Στον προσφυγικό συνοικισμό ένα ραδιόφωνο εξέπεμπε πολύ υψηλές νότες μουσικής τζαζ εκείνο το βράδυ.
Λίγο πιο πέρα ένα σκυλί, μετά από άγριο σκυλοκαβγά, έγλειφε τις πληγές του μυξοκλαίγοντας ενώ ακόμα πιο πέρα μια γάτα νιαουρίζοντας έδινε απεγνωσμένη πάλη επιβίωσης με τον σκουπιδοτενεκέ της γωνίας.
Σε χρόνο μηδέν ο χώρος γέμισε από αδέσποτα που κρατούσαν σεκόντο:
«Νιαου, νιάουουου.. Γαβ, γαβ, γαβ..»
Κι εν τω μεταξύ η μουσική τζαζ όλο και δυνάμωνε, συνεχώς και δυνάμωνε…
«Μίλα μωρή, μίλα, λέγε ποιος είναι.. ποιος…ποιος;»
Μια πνοή δυνατό, αυγουστιάτικο μελτέμι περνούσε την συγκεκριμένη στιγμή από το συγκεκριμένο μέρος, άκουσε την φωνή, άκουσε και την μουσική και, «πως γίνεται να συνυπάρχουν τούτα τα δυο;» σκέφτηκε.
Η δυνατή, αυγουστιάτικη πνοή για δευτερόλεπτα στάθηκε αναποφάσιστη.
Όμως αμέσως συνήλθε, έκλεψε λίγη φρίκη, όση μπορούσε, φορτώθηκε πολύ μελωδία, όση επίσης μπορούσε, και τις νότες ,για να τις σώσει, τις μεταμόρφωσε σε μικρουλένια ανθρωπάκια ούτως ώστε να μπορούν να πηδούν, πατ-πατ, και να στέκονται όπου εκείνα θέλουν κι αποφασίζουν.
Όσο για την ίδια, αμέσως μετά έτρεξε να προστεθεί στο ρεσιτάλ της μουσικής των αδέσποτων που προτίμησε.
Το δυνατό, αυγουστιάτικο μελτέμι όμως, όσο κι αν το προσπάθησε, δεν κατάφερε να πάρει μαζί του παρά ελάχιστη φρίκη που κι αυτήν πάλι για να καταφέρει να την πάρει, εισχώρησε από τις γρίλιες.
Η έλλειψης της ούτε καν έγινε αισθητή στον αέρα του δωματίου... ολάκερη η φρίκη έμεινε σχεδόν άθικτη πίσω του.
«Ποιανού είναι το μπάσταρδο μωρή, λέγε. Ποιος σε γκάστρωσε; Μίλα, μίλα πριν σου ανοίξω τον τάφο σου εδώ πέρα.»
Συνάμα με την απειλή, μια ζωστήρα παντελονιού συνόδευσε σφυρίζοντας την ερώτηση και τους ήχους της μουσικής τζαζ διαγράφοντας ακτινωτούς κύκλους έως ότου η άκρη του χαρταλαμιού της φτάσει για να προσγειωθεί τελικά στην μικρή κοιλιά που το επί πλέον του κανονικού της μέγεθος, μόλις που ξεχώριζε μέσα από την διαφάνεια του ψιλού, καλοκαιρινού φουστανιού.
«Άνοιξε το ρημάδι σου επιτέλους μωρή πουτάνα, μίλα ειδεμή θα σε βαρώ μέχρι το πρωί.»
Μια ασυναίσθητη κίνηση αυτοάμυνας που έμοιαζε με κίνηση διευθύνων μαέστρου, ήταν η μόνη απάντηση στην επί ώρες πατρική ανάκριση καθώς επίσης και στην επί δεκαοχταετίας πατρική εξουσία.
Και ένα δειλό, σπουργιτένιο κλάμα, διατάραξε σε ρυθμούς παράνοιας την έξω ευηχία της φύσης:
«Εδώ, εδώ καλύτερα το σπουργίτι, είναι πιο προστατευμένο» συμφώνησαν το δυνατό αυγουστιάτικο μελτέμι με τα μικρουλένια ανθρωπάκια που πήγαιναν κι έρχονταν, πατ-πατ, βγάζοντας έξω, στον χώρο της συναυλίας των αδέσποτων, το κλάμα του σπουργιτιού. Του πρόσφεραν μια ανάσα μελωδίας για να ξεκουραστεί και να γυρίσει κατόπιν ξανά μέσα από τις κλειστές γρίλιες στο δωμάτιο και να εξακολουθήσει να ζυμώνεται με την φρίκη.
«Αφού θα μιλήσεις που θα μιλήσεις παλιοβρόμα μίλα τουλάχιστον μια ώρα αρχύτερα πριν μας πάρει χαμπάρι η γειτονιά μωρή άχρηστη.. ντροπή του σπιτιού μου.»
«Ναι παιδί μου, σε παρακαλώ κι εγώ κάνε ότι σου λέει ο πατέρας σου. Το καλό σου θέλει, μίλα του, πες του ποιος είναι μόνο, τίποτα άλλο… τα υπόλοιπα θα τα κανονίσει εκείνος, θα δεις..» ένα άλλο πουλί με παρουσιαστικό κάργιας συνιστούσε πετώντας πότε εδώ και πότε εκεί στην ατμόσφαιρα του δωματίου με μόνη έμπρακτη επέμβαση προστασίας στην όλη διαδικασία, την φροντίδα να κλειστούν εξ αρχής πόρτες και παράθυρα και να υψωθεί τέρμα το ραδιόφωνο προς αποφυγή της οικογενειακής διαπόμπευσης.
«Εδώ καλά είναι, πιο καλά απ’ αλλού μάλιστα, θα μπερδεύονται οι δικές της φωνές με τούτα τα αλαμπουρνέζικα και δεν θα μας πάρει κανείς μυρωδιά» σκέφτηκε και ψήλωσε τέρμα την βελόνα του ραδιοφώνου αφήνοντας την να εκπέμπει τις νότες της ξένης μουσικής που θα κάλυπταν τις νότες του πόνου της κόρης της για όσο θα έκανε την δύσκολη και δεν θα αποκάλυπτε στον πατέρα της ποιος ακριβώς είναι η αιτία της ντροπής τους.
«Μη την λυπάσαι, χτύπα… χτύπα και σταμάτα μόνο όταν κουραστείς εσύ» ψιθύριζε χαμηλόφωνα, να μην ακούγεται , έτσι ώστε να μπορεί έτσι να κρατά δυο χαρτιά ταυτόχρονα στα χέρια της οπότε ή με το ένα θα κέρδιζε ή με το άλλο.
«Μίλησε μας παιδί μου, πες μας επιτέλους ποιος είναι. Ούτε σ΄ αυτόν θα κάνουμε τίποτα ούτε σε σένα, να δούμε μόνο αν γίνεται να συμβιβάσουμε τα πράγματα…να σας παντρέψουμε δηλαδή θέλουμε, κατάλαβες; » συμβούλευε ενώ εξακολουθούσε να πετά από παράθυρο σε πόρτα κι από πόρτα σε παράθυρο για να δοκιμάζει την αντοχή των φτερών της την οποία μετρούσε ανάλογα με το πόσο καλά ήταν κλεισμένα τα παραπάνω.
«Κάνε πέρα και λόγου σου, εγώ καθαρίζω, εγώ είμαι ο άντρας εδώ μέσα» με δυνατή σπρωξιά η «αρχή της αρχής» έσπρωξε την κάργια πιο πέρα…όλα εκεί μέσα ήταν μάλλον θέμα γοήτρου…
Η ζωστήρα του παντελονιού διέγραψε τον χιλιοστό ακτινωτό κύκλο της έως ότου προσγειωθεί για μια ακόμα φορά στο επιπλέον της μικρής κοιλιάς που απορημένα αναρωτιόταν το γιατί.
Σε άλλο χρόνο, σε άλλο επίπεδο, σε άλλη ύλη…
«Αααααα! Φτάνει, όχι άλλο, όχι άλλο, σας παρακαλώ όχι άλλο, θα μιλήσω» λευτερώθηκαν επιτέλους οι νότες από το λαιμό του σπουργιτιού. ..σε άλλο χρόνο, σε άλλο επίπεδο, σε άλλη ύλη…
Αααααα!» τραγούδησε και μετά… μετά τίποτα άλλο…μετά σίγησε.



==================
Το δυνατό, αυγουστιάτικο μελτέμι τρόμαξε από την απουσία της φωνής κι έστειλε μέσα στις κλειστές γρίλιες τα μικρουλένια ανθρωπάκια μπας και καταφέρουν να κλέψουν λίγη ακόμα μελωδία από το λαρύγγι του σπουργιτιού…δίχως την παραφωνία του η συναυλία των αδέσποτων δεν έλεγε και πολλά πράγματα…
«Αααααα!» φώναξαν και τα μικρουλένια ανθρωπάκια από αυτό που αντίκρισαν κι έτρεξαν να προφυλαχθούν κάτω από το δυνατό αυγουστιάτικο μελτέμι.
Δεν είχαν ξαναδεί τέτοιο ροζ, ροζ σε τριαντάφυλλο είχαν δει, σε γεράνι είχαν δει, στις ίριδας τα χρώματα είχαν δει, τέτοιο όμως όχι, ποτέ… ποτέ!
«Χριστέ μου τι όμορφο, γιατί φεύγει άραγε;» αναρωτήθηκαν και βάλθηκαν να τρέχουν μήπως και καταφέρουν να το συγκρατήσουν.
«Δεν προλαβαίνουμε… δεν προλαβαίνουμε, τρέχει πολύ γρήγορα, τρέξε και πρόλαβε το εσύ αν μπορείς…τρέξε όμως, ξεπέρασε τον εαυτό σου» φώναξαν στην δυνατή αυγουστιάτικη πνοή μα το ροζ χρώμα- αίμα έφευγε ήδη από τα μάγουλα κυλώντας προς τα κάτω…όλο και πιο κάτω.. και πιο κάτω..
Σταμάτησε για λίγο, σαν μετά από αναζήτηση, για να αποφασίσει , σε ένα σάκο που λέγεται αμνιακός, αποφάσισε εν τέλει την αποχώρηση του και το ονειρικό ροζ άρχισε να μετατρέπεται σε ένα βαθύ, πανάσχημο, της φωτιάς που μαυρίζει , κόκκινο.
Και κυλούσε, κυλούσε, κυλούσε, και μαύριζε, μαύριζε… μαύριζε για να ικανοποιήσει το ανικανοποίητο γόητρο.
Και κυλούσε, κυλούσε, κυλούσε, και μαύριζε, μαύριζε, μαύριζε…τα μάγουλα με το ροζ αίμα είχαν ήδη μετατραπεί σε ψήγματα φωτός και φωτιάς…
Ήταν κιόλας μισό βήμα πριν από το θάνατο και μισό βήμα πριν από την αθανασία…
Κι η μουσική τζαζ εν τω μεταξύ, παραχωρώντας τις νότες της στην συναυλία των αδέσποτων, συνεχώς δυνάμωνε…όλο και δυνάμωνε!

4 σχόλια:

melv@ki είπε...

Nα, βλέπεις τώρα; μ' εκανες να κλάψω... χαλάλι όμως, ας είναι να κλάψω αφού τα μικρουλένια ανθρωπάκια δεν το κατάφεραν να προφτάσουν το ροζ... σ' ευχαριστώ.

Ρίκη Ματαλλιωτάκη είπε...

Σ ευχαριστω για το περασμα σε ......μονοπατια απάτητα.....

Να εισαι καλα

Οπως υποθετω εχεις καταλαβει, μολις σημερα γυρισα και δεν μου εμεινε χρονος να σε ψαξω κι εγω
Θα το κανω ομως, να εισαι σιγουρη

melv@ki είπε...

Ax, καλέ, μην ανησυχείς διόλου γι' αυτό. Εγώ εδώ είμαι, δε φεύγω!
Διάβασα πως όλα πήγαν καλά με την παρουσίαση. Εύχομαι να προχωρήσει το ίδιο καλά και το καινούριο βιβλίο.

Πάντως να ξέρεις, δεν είχε πέσει ως τώρα βιβλίο σου στα χέρια μου, δεν είχε τύχει. Από χτες όμως κέρδισες άλλον έναν αναγνώστη!

Καλημέρα και να είσαι καλά!

Ρίκη Ματαλλιωτάκη είπε...

Σ ευχαριστω καλη μου!