Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2009

Μητροπολίτης Κισσάμου και Σελίνου Ειρηναίος Γαλανάκης






Πιστοί δεν είναι εκείνοι που μιλούν για το Θεό αλλά εκείνοι που κάνουν το θέλημα του Θεού…


Τον συνάντησα για πρώτη φορά πρόσωπο με πρόσωπο τον Γενάρη, σε ένα φτωχικό σπιτάκι όπου μένει πια εδώ και χρόνια, στην οδό Δρομονέρου 20 στη Χαλέπα Χανίων.
Το δέος που αισθάνθηκα αντικρίζοντας το εξαϋλωμένο του πρόσωπο καθώς και η ψυχική ανάταση που μου πρόσφερε μέσα από τη συζήτηση μας, είναι κάτι απερίγραπτο γι’ αυτό και θα αρκεστώ μόνο σε κείνο που λέει ένας άλλος μεγάλος πατριώτης μας, ο Νίκος Καζαντζάκης: «Ότι ζεις στην έκσταση ποτέ δεν θα μπορέσεις να το στερεώσεις σε λόγο…»
Εξάλλου δεν υπάρχουν λόγια που θα ήταν ικανά να στερεώσουν περιγραφικά την πολύπλευρη προσωπικότητα και το διεθνούς ακτινοβολίας έργο του Μητροπολίτη Κισσάμου και Σελίνου Ειρηναίου Γαλανάκη που αφιέρωσε ολάκερη τη ζωή του παλεύοντας να αποδείξει έμπρακτα πως η ουσία της πίστης δεν είναι άλλη από την προσφορά στον συνάνθρωπο…
Η Οικουμενικότητα του αποδεικνύεται ακράδαντα στα κηρύγματα του που μέσα τους χωρούν όλοι: Σωκράτης, Αριστείδης, Παύλος Γαλιλαίος, Παστέρ, Μέγας Αθανάσιος, Δάντης, Κέπλερ, Γκαίτε, Αχιλλέας, Ηλέκτρα, Πηνελόπη, Μπετόβεν, Αντιγόνη, Καζαντζάκης, χριστιανοί και ειδωλολάτρες, θεολόγοι και επιστήμονες, κληρικοί και λαϊκοί, αγράμματοι και μορφωμένοι, όμως και το ότι ήταν, είναι και θα παραμείνει ες αεί κρητικός ως το κόκαλο αποδεικνύεται επίσης ακράδαντα από λόγια δικά του που μέσα τους χωρά όλη η Κρήτη:
«…Το ξέρω πως η Κρήτη είναι ένα νησί και σίγουρα δεν είναι ο ομφάλιος λώρος της γης. Ο κόσμος είναι πολύ πιο μεγάλος από τη Κρήτη και ο Θεός δεν νοιάζεται μόνο για τους Κρητικούς. Όμως σιγά- σιγά με τους καιρούς η Κρήτη από νησί έγινε σημαία, σύμβολο. Μια σημαία που έχει πάνω της τον Σταυρό και την ανθρωπιά. Και η σημαία αυτή δεν απλώνεται μόνο στη Κρήτη παρά σε όλη την ανθρωπότητα.
Γιατί η κληρονομιά των παππούδων μας δεν ήταν μόνο τα σόχωρα και τα νοικοκυριά. Ήταν επίσης οι ευχές και τα εθίματα, η τιμή και ο λόγος, η πίστη και το φιλότιμο, η φρονιμάδα και η ντροπή, η ντομπροσύνη και η παλικαριά, η φιλοξενία και το σπλάχνος, όλα ετούτα τα ιερά και μεγάλα που ο Κρητικός τα λέει με μια ξεχωριστή και βαρυσήμαντη λέξη: Ανθρωπιά!…»

Που και πότε γεννηθήκατε Σεβασμιότατε;
Είμαι παιδί πολυμελούς οικογένειας και γεννήθηκα από γονείς αγρότες στο Νεροχώρι Αποκωρόνου, νομίζω το 1911, δεν είμαι όμως και σίγουρος μια και μάλλον δεν υπάρχουν πια χαρτιά από τότε.
Το λαϊκό σας όνομα ποιο είναι;
Μανόλης Γαλανάκης.
Τα άλλα σας αδέλφια τι δρόμο ακολούθησαν;
Ένας είναι καθηγητής θεολόγος, ένας ταχυδρομικός, κάποιοι αγρότες…
Εσείς δηλαδή μόνο ακολουθήσατε τον ιερατικό κλάδο, πως αυτό;
Συνέβαλλε πιθανόν το γεγονός ότι η μητέρα μου η συχωρεμένη προέρχονταν από ιερατική οικογένεια.
Πόσο χρονών είσαστε όταν πήρατε τη μεγάλη απόφαση Σεβασμιότατε;
Πρέπει να ήμουν πάρα πολύ μικρός γιατί ούτε που το θυμάμαι καν, περίπου δεκαπέντε χρονών όμως τέλειωσα το ιεροδιδασκαλείο Κρήτης .Ξεκίνησα σπουδές μετά στο πανεπιστήμιο Θεολογίας Αθηνών και τελειώνοντας παρέμεινα για μερικά χρόνια εκπαιδευτικός σε γυμνάσιο μέχρι που αποφάσισα και πήγα στη Γαλλία για μετεκπαίδευση.
Ξεκινάτε λοιπόν να ακολουθείτε το μοναχικό βίο από καθηγητής θεολόγος ποια χρονολογία;
Καθηγητής ήμουν από το 1937 ή 1938, αν δεν με γελά η μνήμη μου όπου και παρέμεινα μέχρι που έγινα μοναχός, το 1946 ιερώθηκα και τέλος του 1957 έγινα επίσκοπος Κισάμμου και Σελήνου.
Η φιλανθρωπική σας δράση σεβασμιότατε είναι πανελληνίως γνωστή σε βαθμό μάλιστα που σχεδόν σας έχουν αγιοποιήσει.
Θα προτιμούσα να την πούμε καλύτερα κοινωνική αλλά κι έτσι ακόμα αυτά είναι υπερβολές των ανθρώπων.
Θα θέλατε να μας μιλήσετε λίγο γι’ αυτήν την κοινωνική- φιλανθρωπική σας δράση πατέρα Ειρηναίε;
Τι να σας πω…Το μόνο που μπορώ να σας πω είναι πως από πολύ μικρός αισθανόμουν μέσα μου μια πολύ μεγάλη αγάπη για τον άνθρωπο! Θυμάμαι πως ήμουν δεν ήμουν πέντε χρονών όταν βγήκε από μέσα μου η παρακάτω μαντινάδα:
«Αχ να μπορούσα τη καρδιά να κάνω μεζεδάκια για να χορτάσω τση φτωχούς και τα ορφανά παιδάκια…»
Και βάση αυτής της μαντινάδας λοιπόν κανονίσατε στη συνέχεια όλη τη πορεία της ζωής σας.
Επειδή είμαι άνθρωπος της εκκλησίας κι αγαπώ τον Θεό, κατ’ επέκταση αγαπώ και τον άνθρωπο, προπάντων τον άνθρωπο αφού αν δεν αγαπάς τον άνθρωπο δεν είναι δυνατόν να αγαπάς ούτε και το Θεό. Οπότε δεν υπάρχει και ωραιότερο συναίσθημα από το να κάνεις το καλό στο συνάνθρωπο σου με όποιο τρόπο περνά από το χέρι σου μια και φιλανθρωπία ξέρετε δεν είναι μόνο να δώσεις στον άλλο λίγα χρήματα, αυτό είναι το πιο εύκολο. Φιλανθρωπία επίσης είναι να ανοίγεις νέους ορίζοντες, να δημιουργείς δρόμους για να περπατήσουν πάνω τους καινούργιες ιδέες, να αποδεικνύεις τέλος πάντων την αγάπη σου έμπρακτα. Και για να την αποδείξεις πρέπει να κάνεις κι αυτό, να κάνεις κι εκείνο, να κάνεις και το άλλο… Πάνω απ’ όλα να κάνεις κι όχι να λες…
Κι εσείς ουδείς δεν μπορεί να αρνηθεί πως κάνατε ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν για να αποδείξετε αυτή ακριβώς τη θεωρία, ότι δηλαδή αγάπη πάνω απ’ όλα είναι να δίνεις! Δώσατε…δώσατε…δώσατε…όλη σας τη ζωή δίνατε και αποδεικνύατε. Πείτε μου όμως πως αλήθεια συλλάβατε την ιδέα των οικοτροφείων;
Την ιδέα των οικοτροφείων τη συνέλαβα περίπου το 1958 κι αφορμή γι’ αυτό στάθηκαν κάποια παιδιά που έμεναν σε ενοικιαζόμενα δωμάτια δίπλα από τη Μητρόπολη. Κάθε πρωί περνώντας απ΄ έξω με συναντούσαν και με καλημέριζαν έως που μια μέρα, δεν ξέρω πως, αποφάσισα κι εγώ να τους κάνω μια επίσκεψη. Σας είπα, ανέκαθεν είχα μια ιδιαίτερη ευαισθησία στα παιδιά και οι συνθήκες τελικά κάτω από τις οποίες διέκρινα ότι σπούδαζαν τα συγκεκριμένα παιδιά, μου θύμισαν τα δικά μου, δύσκολα μαθητικά και φοιτητικά χρόνια, τότε που κι εγώ σπούδαζα και συγχρόνως εργαζόμουν. Αποφάσισα λοιπόν να δημιουργήσω χώρους μέσα στους οποίους τα φτωχά παιδιά θα είχαν και την δυνατότητα να διευκολύνουν τις σπουδές τους μα και παράλληλα να κρατούν μια ουσιαστική σχέση με την εκκλησία καθώς για να παροτρύνεις νέους ανθρώπους στη πίστη δεν γίνεται να το καταφέρεις με το να τους λες μόνο να αγαπούν το Χριστό αλλά με να τους δημιουργείς και το ανάλογο περιβάλλον όπου μέσα του θα βλέπουν ζωντανά και έμπρακτα την αγάπη του Θεού προς το πρόσωπο τους. .Έτσι λοιπόν έγινε πρώτα το οικοτροφείο στο Καστέλι, μετά στη Κάνδανο, μετά στη Παλιόχωρα, στο Κολυμπάρι, καθώς επίσης και μια μικρή εστία φοιτητών στην Αθήνα για να βοηθούμε οικονομικά και τα παιδιά που πήγαιναν στο πανεπιστήμιο .
Υπήρχαν όμως και οι νέοι που δεν σπούδαζαν, γι’ αυτό κι εκτός από τα οικοτροφεία τα οποία πρέπει να πω έφτασε εποχή που φιλοξενούσαν 800 παιδιά, με ενδιέφερε κι οι υπόλοιποι νέοι να καταφέρουν να αποκτήσουν ένα επάγγελμα.
Και για να καταλάβετε το μέγεθος του προβλήματος που υπήρχε τότε, θα σας πω μόνο πως ζήτησα κάποτε ένα ηλεκτρολόγο για να διορθώσει μια βλάβη ρεύματος και η απάντηση ήταν «δεν έχουμε ηλεκτρολόγο στο Καστέλι.» κι όντως , ανάλογη σχολή υπήρχε τότε μόνο ο Δαίδαλος στα Χανιά. Αποφασίζουμε λοιπόν για τη Τεχνική Σχολή Μηχανολόγων – Ηλεκτρολόγων Κισσάμου που αργότερα εξελίχτηκε σε Τεχνικό Λύκειο μα και για Τυπογραφείο και Σχολή Τυπογραφίας στο Καστέλι, για σχολείο κωφαλάλων καθώς και για αγορά αγροκτήματος όπου θα εξασκούνταν οι νέοι πάνω σε θέματα γεωργίας. Δε ξεχνάμε επίσης να δημιουργήσουμε βιβλιοθήκες καθώς και Σχολή Μουσικής για να εξασκούν και το πνεύμα τους , όπως ακόμα και γηροκομεία για να φιλοξενούνται οι άποροι γέροι και βέβαια δε ξεχνάμε τα κορίτσια και δημιουργούμε γι’ αυτά Οικοκυρικές σχολές καθώς και διάφορους άλλους γυναικείους συλλόγους.
Αν δεν κάνω λάθος πρωτοποριακό ρόλο παίξατε επίσης στη δημιουργία της ΤΡΑΝΣ ΕΥΡΩΚΡΕΤΑ, της ΕΤΑΝΑΠ- εταιρία ανάπτυξης Αποκωρόνου- αλλά και της ΑΝΕΚ.
Όταν το 1967 βούλιαξε το πλοίο «Ηράκλειο»βυθίζοντας στο πένθος τη Κρήτη, όπως όλοι γνωρίζουμε, σύσσωμος ο Κρητικός λαός πήρε την απόφαση να αποκτήσει τα δικά του πλοία για να μεταφέρεται με ασφάλεια. Για τη πραγματοποίηση της απόφασης αυτής λοιπόν, έγινε στα Χανιά μια μεγάλη σύναξη ανθρώπων που είχαν σχέση με τις επιχειρήσεις και τα οικονομικά αλλά και ανθρώπων απλών, και μέσα σε αυτούς πήγα κι εγώ.
Κι είχαν πια αποφασίσει ότι για να μαζευτούν τα χρήματα και να καταφέρουμε κάτι τέτοιο ο μόνος τρόπος ήταν οι μετοχές, όταν πετάχτηκε κάποιος μέσα από τον κόσμο και είπε δείχνοντας με «να μπει κι η εκκλησία μέσα ειδεμή εμείς δεν δεχόμαστε.…» Ήταν προφανώς θέμα εμπιστοσύνης μια κι οι άνθρωποι σκέφτηκαν πως αν συμμετάσχει κι ο Ειρηναίος θα είχαν μια εγγύηση στα χρήματα που θα έδιναν. Εγώ βέβαια στην αρχή αρνήθηκα και δικαιολόγησα την άρνηση μου επισημαίνοντας τους ότι δεν είμαι ούτε οικονομολόγος, ούτε μηχανολόγος ούτε οτιδήποτε σχετικό, εκείνοι όμως επέμεναν αναγκάζοντας με στο τέλος να υποκύψω. Μαζεύτηκαν λοιπόν διακόσια εκατομμύρια το 1967-68 , πήραμε το πρώτο πλοίο, το «ΚΥΔΩΝ», κι έτσι δημιουργήθηκε η ΑΝΕΚ.
Σαν πρωτάρηδες ατζαμήδες όμως που ήμασταν τότε , αντί να απευθύνουμε σε μεσιτικό γραφείο για να μας το βρει όπως ήταν και το σωστό, φύγαμε κι αρχίσαμε να το ψάχνουμε εμείς στο Λονδίνο, στη Σουηδία, και που δεν πήγαμε…Τελικά, παρά την άγνοια μας όχι μόνο το βρήκαμε αλλά αν και μετασκευασμένο ήταν άριστο σκαρί κι ο Θεός στη συνέχεια λες και το ευλόγησε πραγματικά και πήγε πολύ καλά.
Τώρα βέβαια είμαι ακόμα πρόεδρος στην ΑΝΕΚ αλλά πλέον τιμητικός.

Δικό σας έργο σεβασμιότατε είναι επίσης και η Ορθόδοξη Ακαδημία Κρήτης στο Κολυμπάρι. Τι ακριβώς είναι αυτό το έργο, θα θέλατε να μου πείτε;

Από πολύ νωρίς, από τότε ακόμα που ήμουν φοιτητής, είχα επισημάνει πως υπήρχε το εξής πρόβλημα στην Ελλάδα: Οι Έλληνες διανοούμενοι έχουν μια προκατάληψη εναντίον της εκκλησίας με αποτέλεσμα η ελληνική διανόηση να βρίσκεται ή έξω ή εναντίον της εκκλησίας. Αναρωτήθηκα πολλές φορές ποιος άραγε να φταίει γι’ αυτό, οι γονείς, οι δάσκαλοι, τα παιδιά, δε ξέρω…όποιος κι αν φταίει όμως αποφασίσαμε να φτιάξουμε ένα ίδρυμα στα πλαίσια της ορθοδοξίας και της ελληνικής παιδείας το οποίο να βοηθά τους νέους ανθρώπους στη πίστη τους άσχετα από το αν έχουν προβλήματα και όχι αυτά να γίνονται η αφορμή για να φεύγουν έξω από την εκκλησία.
Στο κέντρο αυτό λοιπόν, γιατί είναι κέντρο κι όχι σχολείο, γίνονται συζητήσεις, ομιλίες, επιστήμονες και μη εξηγούν πως δουλεύει ο χριστιανισμός πάνω στα προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου και βοηθούν τα παιδιά να κρατήσουν και να παραμείνουν στη πίστη τους δίχως ασφαλώς αυτά να είναι υποχρεωμένα να γίνουν ούτε ιερωμένοι ούτε μοναχοί.
Είπατε προηγουμένως πως οι Έλληνες διανοούμενοι έχουν μια προκατάληψη εναντίον της εκκλησίας. Γιατί αλήθεια, εσείς βρήκατε ποτέ την απάντηση;
Ναι, εγώ την έχω βρει την απάντηση μόνο που για να τη βρω ταλαιπωρήθηκα πολύ…Οι άνθρωποι αυτοί λοιπόν είναι εναντίον της εκκλησίας γιατί ούτε υπήρχε αλλά δυστυχώς ούτε και υπάρχει σωστή ενημέρωση από τους παπάδες μας και τους δασκάλους μας οι οποίοι δεν στάθηκαν ικανοί να μας βοηθήσουν να συλλάβουμε το αληθινό νόημα της πίστης..
Πως κατά τη γνώμη σας θα έπρεπε να είναι η σωστή ενημέρωση σεβασμιότατε;
Όπως όλοι ξέρουμε πολλοί καθηγητές και δάσκαλοι μιλούν με περιφρόνηση για την εκκλησία και την πίστη κι αυτό προέρχεται από αγραμματοσύνη, δεν βοηθήθηκαν κι αυτοί όσο έπρεπε όταν έπρεπε να βρουν τη πίστη τους οπότε ότι κάνουν το κάνουν τυπικά. Θεωρώ λοιπόν πως εμείς ο κλήρος φταίμε που δεν κάνουμε τη σωστή κατήχηση , μήπως όμως και οι κληρικοί θα έπρεπε να έχουν μια πιο σωστή παιδεία ούτως ώστε να μπορούν κι εκείνοι με τη σειρά τους να καταφέρουν μια σωστή ενημέρωση;
Τι ρόλο θα μπορούσε να παίξει ο σωστός κλήρος στη ζωή του απλού ανθρώπου;
Να φροντίσει για μια βαθύτερη απάντηση και θεμελίωση της πίστης μας.
Τα λάθη των ανθρώπων της εκκλησίας επηρεάζουν βέβαια και πολύ μάλιστα όμως και ο παπάς , και ο δεσπότης, κι ο θεολόγος μπορεί να κάνουν λάθη , αλλά τι φταίει ο Θεός γι’ αυτά τα λάθη…
Υπήρξε έστω και μια φορά στη ζωή σας που μετανιώσατε γιατί δεν ακολουθήσατε το κοσμικό βίο σεβασμιότατε;
Όχι, όμως το σκέφτηκα πολύ καλά εκείνα τα χρόνια πριν αποφασίσω να ιερωθώ έγγαμος ή άγαμος. Υπήρξαν κάποιοι δισταγμοί δηλαδή αλλά ο Θεός με φώτισε και πήγαν όλα καλά.
Αν ο Θεός εκτός από τη φώτιση γινόταν να σας δώσει κι άλλα ενενήντα χρόνια ζωής τον ίδιο δρόμο θα ακολουθούσατε;
Τον ίδιο ή κάποιον άλλο δε ξέρω σίγουρα πάντως ένα δρόμο που θα μου επέτρεπε να βοηθώ τους ανθρώπους. Πάνω απ΄ όλα θέλω να έχουν οι νέοι εργασία στα χέρια τους, να μην είναι άνεργοι, μια κι «αργία μήτηρ πάσης κακίας…» όπως ξέρετε.
Αισθάνεστε να υπάρχουν μέσα σας πράγματα που δεν έχετε κάνει ακόμα και θα θέλετε να τα κάνετε στο εξής;
Σίγουρα υπάρχουν μια κι είναι βέβαιο πως κανείς δεν προφταίνει να κάνει όλα όσα θέλει στη ζωή του.
Νομίζετε πως η εκκλησία αν ήθελε θα μπορούσε να βοηθήσει πολύ κόσμο;
Ναι, και μάλιστα επιβάλλεται να βοηθά .Εξάλλου αυτό είναι και η ουσία της πίστης όπως έδωσε και πρώτο παράδειγμα ο Χριστός μας.
Για όλα όσα κάνατε θεωρείτε πως έχετε ανταμειφτεί με την αγάπη του κόσμου;
Κατά πολύ μεγάλο μέρος ναι αν και δεν μπορώ να αρνηθώ πως υπήρξαν ασφαλώς και οι στεναχώριες. Όταν όμως κάποιος κάνει κάτι επιβάλλεται να μην τον ενδιαφέρει η ανταπόδοση και να του αρκεί να γίνει μόνο το καλό έργο.
Την αχαριστία την νιώσατε;
Την ένιωσα, ένιωσα όμως και την αναγνώριση, και την ικανοποίηση ότι βοήθησα ένα άνθρωπο κι αυτά είναι ακόμα πιο μεγάλα και πιο κυρίαρχα συναισθήματα.
Για όλα όσα ακούστηκαν το τελευταίο καιρό σχετικά με το κλήρο, ποια είναι η γνώμη σας;
Η εκκλησία δυστυχώς δεν αποτελείται μόνο από αγίους, κατά το πλείστον αποτελείται από αμαρτωλούς και ο ρόλος της είναι ακριβώς αυτός, να βοηθά δηλαδή τούτους τους αμαρτωλούς ανθρώπους να γίνονται καλύτεροι.
Μια κι είστε ένας μορφωμένος άνθρωπος σεβασμιότατε κι όχι ένας απλός ιερωμένος θέλω να σας ρωτήσω αν πιστεύετε πως η Ορθοδοξία είναι θρησκεία ανώτερη κάθε άλλης, όπως λέγεται.
Όχι απλώς η Ορθοδοξία αλλά ο χριστιανισμός γενικότερα, καθολικοί, διαμαρτυρόμενοι, προτεστάντες, όλοι, είναι όντως μια ανώτερη βαθμίδα πίστης! Δηλαδή σεβασμιότατε οι Βουδιστές, οι Μωαμεθανοί, οι Ινδουιστές κι όλοι οι υπόλοιποι είναι δευτέρας κατηγορίας άνθρωποι;
Κανείς ποτέ δεν ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο για κανένα, η αλήθεια όμως είναι πως εμείς που βιώνουμε την Ορθοδοξία διακρίνουμε καθαρά πως έχει ένα άλλο επίπεδο.
Όλες οι θρησκείες όμως την αγάπη δεν διδάσκουν, αυτός δεν είναι ο βασικός τους άξονας;
Σωστή η παρατήρηση σας γι’ αυτό και στην εποχή μας τουλάχιστον δεν πρέπει να υπάρχει θρησκευτικός ρατσισμός. Αντίθετα πρέπει να έχουμε καλές σχέσεις με όλες τις εκκλησίες όπως επίσης πρέπει να αποδεχόμαστε τη πίστη του κάθε ανθρώπου μια κι ο καθένας με το δικό του τρόπο το ίδιο ζητούμενο ψάχνει.
Αν σας έλεγα με μια λέξη να μου χαρακτηρίσετε τι σημαίνει Θεός θα μπορούσατε;
Τα μεγάλα πράγματα δεν γίνεται να ειπωθούν με μια λέξη… Κι όχι απλώς δεν λέγονται αλλά προπάντων μόνο εκείνος που το ζει σαν συναίσθημα ξέρει τι είναι , με το να ακούει τον άλλο να προσπαθεί να του το περιγράψει θεωρητικά δε βγαίνει τίποτα. Πιστοί εξάλλου δεν είναι εκείνοι που μιλούν για το Θεό αλλά εκείνοι που κάνουν το θέλημα του Θεού…

Λύστε μου μια απορία σεβασμιότατε σας παρακαλώ πολύ:
Πως είναι δυνατόν μέσα από ακραία φυσικά φαινόμενα όπως οι πρόσφατοι σεισμοί για παράδειγμα να επιτρέπει ο Θεός να σκοτώνονται τόσα αθώα πλάσματα και ειδικά παιδιά.
Να είστε σίγουροι πως ο Θεός δεν θέλει το κακό κανενός! Ζώντας όμως σε αυτό τον κόσμο, ξέρουμε πως εκ των πραγμάτων υπάρχουν και οι σεισμοί, υπάρχει και η φωτιά, υπάρχουν όλα τα κακά που εισχώρησαν και κυρίεψαν το κόσμο μας μετά την αμαρτία των πρωτοπλάστων ενώ αντίθετα ως τότε ο άνθρωπος ζούσε σε μια μακαριότητα. ΄Όλα λοιπόν τα κακά είναι συνέπεια της πτώσης του ανθρώπου ο οποίος ξέπεσε από τα προνόμια του μετά την αμαρτία με αποτέλεσμα να αλλάξουν αυτόματα και οι σχέσεις του με τη φύση.

Να πιστέψουμε δηλαδή στη δημιουργία του κόσμου κατά τη παλαιά Διαθήκη; Μα όλοι πια σήμερα ξέρουμε πως όλα ετούτα που λέει δεν είναι τίποτα παραπάνω από τη μυθολογία των Εβραίων.
Θα προτιμούσα να αντικαθιστούσατε τη λέξη μυθολογία με τη λέξη θεολογία και η θεολογία δεν είναι μόνο για τους Εβραίους αλλά για όλη την ανθρωπότητα.
Και το μόνο σίγουρο είναι πως ο Θεός είναι ο δημιουργός των πάντων, η αρχή και το τέλος της ζωής…αν τώρα κόσμος πλάστηκε σε εφτά , σε οκτώ ή σε πέντε μέρες , ή πιο επιστημονικά σε πέντε μεγάλες περιόδους, για μένα τουλάχιστον προσωπικά δεν έχει καμιά ιδιαίτερη σημασία



Ποιμενικός βίος στη Κρήτη

Της Ρίκης Ματαλλιωτάκη

«Εκεί ήσαν κάμποι και βουνά, και δάση και πηγάδια, δέντρα μ΄ αθούς και με καρπούς και δροσερά λιβάδια, μετόχια με πολλούς βοσκούς κι αρίφνητα κουράδια…»
Βιτσέντζος Κορνάρος



Η ύπαρξη του ποιμενικού βίου στο νησί μας δε πιστοποιείται μόνο από τη παραπάνω καταγραφή του Βιτσέντζου Κορνάρου αλλά από την εποχή ακόμα του Όμηρου και της Μινωικής Κρήτης υπάρχουν αμέτρητες αναφορές που με αδιάσειστα στοιχεία αποδεικνύουν πως το επάγγελμα του βοσκού είναι το αρχαιότερο επάγγελμα στη Κρήτη!
Καμιά φορά όμως οι γραπτές αναφορές για την αλήθεια κάποιου θέματος περιττεύουν, ή τουλάχιστον μετατρέπονται σε περιττή πολυτέλεια, καθώς αρκεί να δεις από κοντά τη στενή επικοινωνία που υπάρχει ακόμα ανάμεσα στο βοσκό και στα πρόβατα του κουραδιού του για να διαπιστώσεις πόσο βαθιά μέσα στους αιώνες χάνονται οι ρίζες του ποιμενικού βίου στη Κρήτη.
Σήμερα βέβαια ελάχιστα δυστυχώς χαρακτηριστικά στοιχεία μας θυμίζουν πια τη κτηνοτροφία σε κείνη την αλλοτινή μορφή του παρελθόντος της.
Αυτοκινητόδρομοι έχουν αντικαταστήσει τα κακοτράχαλα μονοπάτια ανάμεσα στα βουνά, τέσσερα επί τέσσερα έχουν ανακουφίσει από τη πεζοπορία, κινητά τηλέφωνα έχουν κάνει πιο εύκολη την επαφή, και φυσικά είναι πλέον φαινόμενο σπάνιο να συναντήσεις ένα βοσκό να «ξωλαλεί» - να οδηγεί - το κουράδι του περπατώντας και υποβασταζόμενος στη βέργα του με περίφημη, γραφική «βούργια» στη πλάτη με όλα τα απαραίτητα προς το ζην μέσα της που ίσως να μην ήταν και τίποτα παραπάνω από δυο- τρεις ντάγκους σταρένιο, ζυμωτό παξιμάδι κι ένα κομμάτι αθότυρο.
Εν τούτοις, αιώνες τώρα ο βοσκός μέσα στην αναγκαστική μοναξιά της μάντρας του χειμαδιού και του μητάτου του που καθορίζεται από τη φύση του επαγγέλματος του , δε κατάφερε ν΄ αποφύγει να συναντιέται με τη πρωτόγονη του υπόσταση και καθώς ο πιο κοντινός του σύντροφος είναι τα «ζα» του, ο τρόπος της μεταξύ τους επικοινωνίας δε διαφέρει σε τίποτα από την εποχή που, όπως λέει ο Βολταίρος: «….τα πουλιά, τα ερπετά, τα άλογα, τα μουλάρια, τα πρόβατα, τα ζώα γενικά, μιλούσαν οικεία με τους ανθρώπους πριν συνειδητοποιήσουν την υστεροβουλία του και κλείσουν μια για πάντα το στόμα τους…»
Ο επικοινωνία όμως ανάμεσα σε βοσκό και πρόβατα , ο τρόπος δηλαδή με τον οποίο ο άνθρωπος καλεί και το ζωντανό ανταποδίδει στο κάλεσμα του, εκτός του ότι θυμίζει ακόμα εκείνη την αγαθή εποχή, καταρρίπτει επίσης παταγωδώς και το μύθο το σχετικό με την έλλειψη νοημοσύνης των αγαθών τετραπόδων αλλά αυτό βέβαια είναι κάτι που το μέγεθος του μπορεί να συλλάβει κανείς μόνο όταν του το παρουσιάσουν σαν εικόνα τα ίδια τα μάτια του.
«Ποιος τα λέει αυτά; Αυτά τα λένε μόνο όσοι δε ξέρουν, οι άσχετοι…» μας πληροφορεί ο κτηνοτρόφος κ. Μανόλης Κεφαλογιάννης από το χωριό Νίβρυτος Καινούριου που φιλοξένησε ευγενικά τις «Σ» στο χειμαδιό και στο σπίτι του. δίνοντας μας την ευκαιρία να δούμε πράγματα που ίσως ποτέ άλλοτε δε θα βλέπαμε. « Δε τηνε βάζει ο νους τ΄ ανθρώπου τη νοημοσύνη που έχουν τα πρόβατα, ανέ μασε βολεύει δα εμάς να βλέπομαι τ΄ αντίθετο αλλάζει..» εξακολούθησε και για να αποδείξει του λόγου του το αληθές έσυρε μια πρωτόγονη κραυγή και δεκάδες κεφαλάκια, άσπρα, μαυρόασπρα, καφετιά, γκρίζα, με βούλες ή χωρίς βούλες, άρχισαν να ξεπροβάλλουν πίσω από δέντρα και πλαγιές και να συγκεντρώνονται δίπλα του διατηρώντας όμως ταυτόχρονα και μια εκπληκτική απόσταση ασφαλείας από τα ξένα πρόσωπα που για πρώτη φορά αντίκριζαν. «Θωρείται;» συνέχισε ο ποιμένας « σε καμιά άλλη φωνή δε φανερώνονται, μόνο στην εδική μου, κάντε μια πρόβα και θα δείτε ανέ σασε πλησιάσουν. Και να ΄τανε μόνο αυτό; γνωρίζουν και το αυτοκίνητο μου, μόνο άμα κούσουν τη κόρνα μου προβέρνουν, σε καμιά άλλη» κι ήταν όντως πραγματικότητα τα όσα έλεγε καθώς τα ζωντανά του, σαν γνήσια «αορίσια» γιδοπρόβατα, έτρεχαν ασύλληπτα σε κάθε ανεπιθύμητη προσπάθεια έστω ακόμα και χαϊδέματος από τους άγνωστους επισκέπτες που με τη περιέργεια τους τάρασσαν ενοχλητικά τη δική τους, μακαριστή ησυχία.

-----------------------

Βλέποντας κανείς τη ταχύτητα και την αντοχή των ποδιών του πενηνταπεντάχρονου βοσκού που συναγωνίζονταν επάξια τη ταχύτητα των ζωντανών του τη στιγμή που έτρεχε να τα συγκεντρώσει, αλλά και των χεριών του επίσης, καθώς εξακολουθώντας να συνεννοείται μαζί τους με τον ίδιο αρχέγονο τρόπο, έπιανε μυσταγωγικά τις «μουσταρές» -τα στήθη- των αιγοπροβάτων του για να τα αρμέξει, σίγουρα θα σκεφτόταν πως αιώνες τώρα η βοσκική δε μπορεί παρά να έχει αφήσει πολλά κατάλοιπα πίσω της για να υπενθυμίζουν το σημαντικό ρόλο που από τη Μινωική Κρήτη διατήρησε το επάγγελμα στο νησί μας:
«Πολλά…πολλά…» επιβεβαιώνει και ο κ. Μανόλης Κεφαλογιάννης αλλά και ο γεροντότερος πατέρας του, κτηνοτρόφος επίσης, ο ογδονταπεντάχρονος κ. Μιχάλης Κεφαλογιάννης «Οι βοσκοί ήτονε κάποτε οι μετεωρολόγοι αφού μόνο αυτοί εμπορούσανε να προβλέψουνε τον καιρό από τα σημάδια όντε δεν υπήρχανε τα δελτία ειδήσεων, μόνο εμείς τα κατέχαμε και κανονίζαμε τις δουλειές μας από κειανά που βλέπαμε .
Ο καιρός για να καταλάβετε ήτονε μπελί – ήταν ξεκάθαρος- ανέ φέρει βροχή από ΄να σύννεφο που ΄ρχεται και καθίζει ήσυχα, ήρεμα κι απλά κι αγκαλιάζει την απέναντι κορφή, «γριά Βίγλα» τη λέμε εμείς, και δυο μέρες μετά βρέχει σίγουρα
Υπάρχουν βέβαια κι άλλα σημάδια για να ξεκαθαρίζεις τον καιρό που εδά οι καινούργιοι μπορεί να μη τα παραδέχονται, εμάς όμως ετουτανά μασε καθοδηγούσανε, όντε αρχίζουν π.χ. τα πρόβατα να κάνουν φασαρία, κύμα κακοκαιρίας έρχεται οπωσδήποτε… όντε είναι η τρούλα του φεγγαριού τα ίσα πάνω ο καιρός είναι βορινός, όντε είναι ανάσκελα νοτικός, ακόμα και η ώρα σάικα
- σίγουρα- από τη πούλια και το μεράστρι είναι μπελί….
--------------------------------


Και σάικα εκτός από τον καιρό υπάρχουν κι άλλα πράγματα που οι καινούργιοι δε τα παραδέχονται, ακόμα κι έτσι όμως μια μεγάλη μερίδα κόσμου τους παρακαλεί να τ΄ αφήσουν στη θέση τους αφού έτσι κι αλλιώς ο κάθε λογής θρύλος δεν είναι τίποτε παραπάνω από τη πινελιά που προσθέτει αντί να αφαιρεί από το πίνακα της ιστορίας:
«Από τση τρύπες τση κουτάλας τ΄ αρνιού, απ΄ τ΄ αρμί όπως το λέμενε εμείς, μπορείς να μάθεις τα πάντα.» συνεχίζει ο γέρο- Κεφαλογιάννης « ανέ ΄χεις καλούς φίλους, ανέ σ΄ αγαπούνε, αν είσαι καλοδεχούμενος ή κακοδεχούμενος σ΄ ένα σπίτι , ανέ σου κάμει η βαρεμένη γυναίκα κοπέλι θηλυκό ή αρσενικό, ένα ή δυο, ανέ σου συντυχαίνει θάνατος η αρρώστια στο σπίτι, όλα, τα πάντα τα μολογά η κουτάλα. Μέχρι και ανακατωσούρα στο κράτος μπορεί να σου μολοήσει αρκεί μόνο να ΄χει γεννηθεί το πρόβατο στο χέρια σου.
Εδά τελευταία μαθές λένε οι κτηνίατροι πως ετούτεσας οι τρύπες είναι αρτηρίες για να τρέφεται το κόκαλο κι όχι ετουτανά που πιστεύομε εμείς μα εγώ κατέχω πως είχα ένα σύντεκνο στα Καπετανιανά κι απ΄ τη κουτάλα μέσα του βρήκα πως θα κάμει η γυναίκα ντου δυο κοπέλια, και τα δυο αρσενικά, όντε ν΄ ήτονε βαρεμένη κ ι ήντα μου λένε δα αυτοί εγώ τ΄ ακούω βερεσέ…»


--------------------

Υπάρχει βέβαια και η άσχημη πλευρά του θέματος, όμως για εκείνους που έχουν βιώσει το πρόβλημα προκύπτει πάντα μια κατάλληλη δικαιολογία που ίσως τελικά και να μην είναι απλώς δικαιολογία αλλά η αλήθεια, ή έστω ένα μέρος της αλήθειας:
«Από το 1924 είμαι βοσκός» συνεχίζει ο γέρο- ποιμένας « αιμά, λες να μη το κατέχω πως εκλέβγανε τα ωζά κάποτε, ακόμα τα κλέβγουνε… Μόνο που τότεσάς κλέβγανε οι αθρώποι γιατί πεινούσανε. Ανέ σκεφτείς πως ο καλύτερος βοσκός κάποτε είχενε εκατό πενήντα ωζά κι εδά ο πιο μικρός το λιγότερο μια πεντακοσαρά, θα καταλάβεις γιατί. Δε σου λέω μαθές πως δεν υπήρχανε κι οι άλλοι που κλέβγανε από εγωισμό αφού όσο πιο πολλά ωζά ήκλεβες τόσονά και πιο άντρας λογούσουνε, μα κατά το πλείστο οι αθρώποι επεινούσανε και κλέβγανε ένα- δυο ωζά για να φάνε κι όχι σαν εδά που δε κλέβγουνε από πείνα κι άμα στη κάμουνε θα στη κάμουνε μια και καλή…
Τότεσάς όμως ήτονε αλλιώς τα πράματα, εμάς να σκεφτείς επαδέ τα πρόβατα τα ΄χανε μόνο δυο οικογένειες όλες κι όλες, οι Γαρύπηδες και οι Ορφανήδες, εμείς οι υπόλοιποι εδυστυχούσαμε.
Και τα λίγα απου ΄χαμε εψοφούσανε πολλές φορές από πείνα, είχε μαθές πιο πολύ φαΐ για τα ζωντανά στσοι βοσκότοπους στα όρη που δεν έχει σήμερα, μα είχενε και τσ΄ αγροφυλάκους και την αγροφυλακή που δεν αφήνανε τσ΄ ανθρώπους να μπαίνουνε και να ταΐζουνε τα ζωντανά τους … εγώ να σκεφτείς επήγαινα μια βολά στο χειμαδιό στο Κρότο και μου ψοφήσανε στο δρόμο εκατό πρόβατα!
Ήκλεβε δηλαδή κατά το πλείστον ο κόσμος απ΄ ανάγκη, μα επειδή κι ο άλλος ήπρεπε να προστατέψει το πράμα ντου, για τούτονά έκάνανε και τση σαμιές, διακριτικά σημάδια δηλαδή στ΄ αυτιά των οζών για να μπορεί ο κάθαείς να ξεχωρίζει το δικό του :
Δεξί πιρούνι, αριστερό πιρούνι, κουτσάφτη, αριστερό κουτσάφτη, δεξί κουτσάφτη, μπρο- κόκαρο, δίμπροκάκαρο, πίσω κόκαρο, πολλώ λογιώ είναι οι σαμιές αν και απ΄ ότι έχω ακούσει σε λίγο δε θα χρειάζονται αφού θα υπάρχουν κωδικοί και θα βάλουνε λέει στα ωζά μικροτσίπ… καλό είναι ετούτονά, κακό, δε κατέχω, ο Θεός κι η μοίρα ντως.

-----------------------------
Καλό είναι αυτό μπάρμπα, κακό, μακάρι να ήσουν ο μόνος που δε κατέχεις, οπότε άστο, εσύ βέβαια μπορεί να μη ζεις για να το διαπιστώσεις αλλά τελικά μόνο ο χρόνος είναι ικανός για να μπορέσει στο μέλλον να «κατέχει.» και να μιλήσει όπως ακριβώς μιλάς εσύ τώρα αντιπροσωπεύοντας ακόμα το δικό σου, παρελθόντα χρόνο:
«Δύσκολη η ζωή του βοσκού, καλή αλλά και δύσκολη! Μέχρι και πριν λίγα χρόνια κανείς δε μας εθυμούντανε κι αθρώποι και ζωντανά επεινούσαμε σχεδόν. Επαίρναμε το κοπάδι και πάνω- κάτω, πάνω- κάτω, το χειμώνα στα νότια, το καλοκαίρι στ΄ αόρια, δυο μερώ διαδρομή με τα πόδια και μια ξομονή ίσαμε το χωριό μας απ΄ τη μια μπάντα στην άλλη, εκοιμούμαστε και πάνω από δέκα μέρες μέσα σε σπήλιους, ανεβαίναμε στη κορφή του Ρούβα με τα πόδια και τση πιο πολλές βολές ολομόναχοι. Η μόνη μας παρέα τότεσας ήτονε το φθιαμπόλι, η φλογέρα κι η ασκομαντούρα, και για τούτονά το λόγο ανέ θες να κατέχεις εμαθαίνανε κι επαίζανε κι όλοι οι βοσκοί κάποτε, για να τοσέ βαστεί παρέα τ΄ όργανο, εδά πράμα, ήκουσες εσύ κιανένα βοσκό να παίζει μπλιο;
Εδά κοντό ήντα παράπονο έχουνε, με τσ΄ επιδοτήσεις ντως, με τση δρόμους, με τ΄ αμάξα ντως, τη ταχυνή πορίζουνε απ΄ το σπίτι ντως και μηδ΄ αργά δεν είναι κι είναι γιαγερμένοι οπίσω…
Πάλι θα μου πεις κι εδά που ΄ναι ελεύθερη η βοσκή είναι τα ωζά πολλά και δε περισεύγει, ανέ κάμουνε πάλι και μονάδες θ΄ ανοστίσει το κρέας και δε κατέχω, συμφέρει, δε συμφέρει, είπα σου, ο Θεός κι η μοίρα ντως…


Οι «Σ» ευχαριστούν θερμά την οικογένεια Κεφαλογιάννη για τη προθυμία της ενημέρωσης και τη φιλοξενία τους


Ασπασία Παπαδοπεράκη


Η γλύπτρια που δημιουργεί αριστουργήματα σε μια σπηλιά, αρχαίο λατομείο, της Κνωσού





Την επιθυμία για τέχνη την ένιωσε κυριαρχικά μέσα της από τα πολύ παιδικά της χρόνιας, απόρροια ενός περιβάλλοντος γεμάτου αισθητική από τα πιο μικρές, τις πλέον ασήμαντες λεπτομέρειες του έως τα πιο μεγάλα γεγονότα που διαμορφώνουν την καθημερινότητα της ζωής μετατρέποντας την σε χρώμα..
Αδελφή του μεγάλου ζωγράφου Θωμά Παπαδοπεράκη , ο οποίος πέθανε πρόσφατα, και παιδί μιας οικογένειας δίχως κανένα τυπικό τίτλο αντίθετα όμως με πολλούς ουσιαστικούς{η μητέρα της ήταν απόγονος έκτη στη σειρά από την γενιά του Δασκαλογιάννη} η Ασπασία Παπαδοπεράκη θυμάται ακόμα τις Κυριακές της σαν παιδί στο Ηράκλειο που δεν ξεχώριζαν καθόλου μα καθόλου από γιορτή.
Τούτες οι Κυριακάτικες γιορτές και η προτροπή της μάνας που αποτυπώθηκε ανεξίτηλα μέσα της έφεραν το αποτέλεσμα.
Παγκόσμιας αναγνώρισης αριστουργήματα εικαστικής τέχνης που σε μια σπηλιά, αρχαίο λατομείο της Κνωσού, δημιουργούνται με χαλκό και μάρμαρο από τα χέρια της γλύπτριας Ασπασίας Παπαδοπεράκη που με την δουλειά της τιμά την Κρήτη.

Ερωτ. Μιλήστε μας λίγο για τον εαυτό σας κυρία Παπαδοπεράκη σε πιο προσωπικό επίπεδο.

Οι γονείς μου κατάγονται από την Κίσσαμο Χανίων και ήταν και οι δυο τους μιας ιδιαίτερης φύσης άνθρωποι. Μπορεί ο πατέρας μου να μην είχε τελειώσει το Γυμνάσιο και η μητέρα μου ούτε καν το Δημοτικό εν τούτοις όμως την αισθητική την κουβαλούσαν στην κυτταρική τους μνήμη και το μοναδικό μέλημα τούτων των αγράμματων ανθρώπων ήταν πως θα σπουδάσουν τα παιδιά τους.
Η φυσική τους καλλιέργεια μας καθόρισε και τις πράξεις της μητέρας μου μόνο με πράξεις μιας γυναίκας της Αναγέννησης θα μπορούσα να τις παρομοιάσω αφού διαβλέποντας το ταλέντο του γιου της του Θωμά όταν ακόμα δεν ήταν ούτε δώδεκα χρονών τον έπιασε με το ίδια της τα χέρια και τον παρέδωσε για να μαθητεύσει στη ζωγραφική δίπλα στο ζωγράφο Καρτάκη. Και φαντασθείτε ότι μιλάμε φυσικά για μια εποχή που οι ζωγράφοι και οι καλλιτέχνες γενικώς όχι μόνο δεν υπολογίζονταν από το υπόλοιπο σύνολο ότι έκαναν κάτι αλλά αντίθετα εντελώς θεωρούνταν οι τρελοί του χωριού και τα παράσιτα.

Ερωτ. Αυτή ήταν η προτροπή της μητέρας σας στον αδελφό σας τον Θωμά. Η προτροπή της απέναντι σας ποια ήταν.

Με ένα παρόμοιο τρόπο θα έλεγα. Το 1958,μετά από μια φυλλοξήρα που έφερε την οικονομική καταστροφή σε όλο σχεδόν το Ηράκλειο κι σ΄ εμάς βεβαίως, η μητέρα μου γέμισε ένα μπαούλο με τα απολύτως απαραίτητα προσωπικά μου και χώνοντας κι ένα πενηντάρι στο χέρι μου με έσπρωξε σχεδόν έξω από το σπίτι λέγοντας μου: «Εγώ δεν έχω την δυνατότητα να σε βοηθήσω, γιαυτό λοιπόν θα πας στην Αθήνα, θα δουλέψεις και θα σπουδάσεις μόνη σου..»
Η προτροπή τούτη καθόρισε ολάκερη την ζωή και τις μετέπειτα προσπάθειες μου, με σημάδεψε θα ήταν σωστότερο αν έλεγα.

Ερωτ. Με την προτροπή λοιπόν της γυναίκας που σας γέννησε ανεβαίνετε στην Αθήνα , δουλεύετε και συνάμα σπουδάζετε στη Σχολή Καλών Τεχνών.


Κάπως έτσι συνέβησαν τα πράγματα έως ότου πήρα και μια υποτροφία για το Παρίσι όπου παρέμεινα για τρία ολόκληρα χρόνια σπουδάζοντας δίπλα σε μεγάλους δασκάλους. Ακόμα όμως κι όταν επέστρεψα πίσω δεν σταμάτησα επί μια ολόκληρη εικοσαετία να ταξιδεύω για ένα μήνα κάθε χρόνο στην Ευρώπη για να ενημερώνομαι.

Ερωτά. Η πρώτη μεγάλη επιτυχία πότε προέκυψε.

Το 1978 στην πρώτη ατομική μου έκθεση στην γκαλερί «ΩΡΑ». Δημιουργήθηκε μια τέτοια εντύπωση από τα έργα μου που με έστειλαν στην Αλεξάνδρεια, στη Binnale και εκεί δίνω υποψηφιότητα για μια θέση στη Σχολή Καλών Τεχνών μια και πάντα παράλληλα με την γλυπτική έκανα και μελέτες με αποτέλεσμα αυτό να με οδηγεί στην επιθυμία να διδάξω. Την θέση βέβαια δεν την πήρα τελικά γιατί με θεώρησαν πολύ νέα και γυναίκα, με πρότειναν όμως τρεις καθηγητές για την θέση του επιστημονικού συνεργάτη τότε που ούτε κι αυτή την πήρα. Από την όλη εμπειρία όμως μου ανοίχτηκε ένας δρόμος με πολύ διάλογο και επικοινωνία με τον κόσμο με αποτέλεσμα να μου ανατεθεί η δημιουργία της κατασκευής του Καβάφη. Αμέσως μόλις επιστρέφω από το Biennial μου ανατίθεται και η δημιουργία της κατασκευής της προτομής της Μαρίας Κάλλας κι αμέσως κατόπιν η προτομή του Νίκου Ξυλούρη.


Ερωτ. Σήμερα μοιράζεται τον χρόνο σας σε Αθήνα και Ηράκλειο εξακολουθώντας να εργάζεστε στη γενέθλια πόλη σας σε μια σπηλιά, αρχαίο λατομείο της Κνωσού, μια κι απ΄ ότι μου είπατε εκεί εμπνέεστε περισσότερο. Μάλιστα τώρα ετοιμάζεται το έργο της ζωής σας. Ποιο ακριβώς είναι το έργο αυτό;

Όντως είναι το έργο της ζωής μου και μου ανατέθηκε το προηγούμενο καλοκαίρι από την Παγκρήτια Συνεταιριστική Κρήτης, τώρα βρισκόμαστε προς το τέλος του. Πρόκειται για τις τρεις μεγαλύτερες μορφές του τόπου μας, τον Καζαντζάκη, τον Θεοτοκόπουλο και τον Κορνάρο που και μόνο το εύρος των ονομάτων μου προκαλεί αφάνταστη συναισθηματική φόρτιση με την υπευθυνότητα που συνεπάγεται.


Ερωτά. Από ολάκερη την συζήτηση μας μου δώσατε την εντύπωση ότι ο θαυμασμός για τον αδελφό σας τον Θωμά έχει λάβει διαστάσεις λατρείας.

Δεν κάνατε λάθος, πολύ σωστά σας δημιουργηθηκε μια τέτοια εντύπωση αφού ο άνθρωπος αυτός ήταν ένα σπάνιο φαινόμενο κι από αυτόν ξεκινά στην κυριολεξία η ουσιαστική, εικαστική ιστορία του σπιτιού μας οπότε καιο θαυμασμός και η λατρεία του ανήκουν δικαιωματικά.
Ξέρετε δεν ήταν ούτε καν έξη χρονών όταν άρχισε να ζωγραφίζει κι ανεπιφύλακτα μπορώ να πω ότι ήδη από τότε ήταν επαγγελματίας ζωγράφος. Ο Θωμάς ήταν μια εντελώς ιδιάζουσα περίπτωση προικισμένου ανθρώπου, με πάθος για την ζωγραφική και τη γλυπτική Σκεφτείτε ότι το 1958 που πέθανε ο Καζαντζάκης ήταν μόλις 14 χρονών κι όμως μόλις ήλθε στο Ηράκλειο το μήνυμα του θανάτου του κάθισε και δίχως ούτε να φάει ούτε να κοιμηθεί για όσες μέρες χρειάστηκαν δημιούργησε τη προτομή μεγάλου Κρητικού συγγραφέα που σήμερα βρίσκεται στο μουσείο Καζαντζάκη. Από αυτό και μόνο ελπίζω να καταλάβετε και να θεωρήσετε τον θαυμασμό μου μα και τη θλίψη μου για τον πρόωρο χαμό του δικαιολογημένο. Και επί τη ευκαιρία δε μέσα από το περιοδικό σας θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους όσους συμπαραστάθηκαν συμμετέχοντας στο πένθος της οικογένεια μας για το θάνατο του Θωμά.

Γιώργης Γραμματικάκης: Ένας ωραίος άνθρωπος


Ποιός είναι:


Προσπαθώντας να συγκεντρώσω όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία για την προσωπικότητά σας, ψάχνω εδώ και καιρό στο Internet, σε αναφορές και σχόλια εφημερίδων και όπου αλλού τέλος πάντων θα μου δίνονταν η ευκαιρία να μάθω για εσάς έστω ακόμη και το παραμικρό. Είδα λοιπόν: Καθηγητής στο τμήμα Φυσικής του Πανεπιστημίου Κρήτης όπου εξελέγη δύο (2) φορές Πρύτανης, έχει δημοσιεύσει πολλές εργασίες κι έχει συνεργαστεί με διάφορα ευρωπαικά εργαστήρια και πανεπιστήμια. Διετέλεσε Πρύτανη και του Ιονίου Πανεπιστημίου, ενώ ως επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Harvard ασχολήθηκε με την Ιστορία της Επιστήμης. Εργάστηκε στον Δημόκριτο και στο Ευρωπαικό Κέντρο Πυρηνικών Ερευνών της Γενεύης. Τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα στρέφονται γύρω από τη δομή της ύλης και την κοσμολογία. Έχει γράψει τρία βιβλία, την "Κόμη της Βερενίκης" -που γυρίστηκε μάλιστα και τηλεοπτική σειρά- τα "Κοσμογραφήματα" και την "Αυτοβιογραφία του Φωτός". Εκείνο όμως που στην ουσία θα ήθελα να δω, όσο κι αν έψαξα δεν το βρήκα και κατέληξα οτι για να το μάθω είναι προτιμότερο να σας ρωτήσω ευθέως: Πέραν όλων τούτων όμως ποιός είναι στ'αλήθεια ο "άνθρωπος" Γιώργης Γραμματικάκης, κύριε Πρύτανη?Τι να σας πω... για να έιμαι απολύτως ειλικρινής δεν ξέρω ούτε εγώ ο ίδιος... τυπικά μόνο θα έλεγα πως έτυχε να έχω μια ευτυχή ακαδημαική πορεία, τυπικά επίσης υπήρξα δύο φορές Πρύτανης στο τμήμα Φυσικής του Πανεπιστημίου Κρήτης, Πρύτανης στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, και τυπικά επίσης έχω καθιερωθεί οτι είμαι και ένας συγγραφέας, όλα αυτά που είπατε δηλαδή και εσείς. Όπως όλοι όμως οι άνθρωποι που έχουν ή δεν έχουν διάφορους τίτλους, πίσω απο όλα ετούτα τα τυπικά υπάρχει ίσως μια προσωπικότητα, υπάρχουνε οι αδυναμίες μου, τα λάθη μου, οι αγωνίες μου κι αυτά πολλές φορές δεν μπορούν να εκφραστούν είναι ωστόσο υπαρκτά και όπως σε όλους τους ανθρώπους παρόντα! Ο Μπόρχες εξάλλου αυτό το προσδιόρισε πολύ πιο χαρακτηριστικά απο μένα όταν έλεγε: "υπάρχει ένα άλλος άνθρωπος που με ακολουθεί πάντα κι αυτός, ο άλλος μου εαυτός είναι πιο πραγματικός κι απ'τον πραγματικό μου εαυτό..."Κι ο άλλος εαυτός που ακολουθεί τον πραγματικό εαυτό του Γιώργη Γραμματικάκη ποιός είναι?Για να μη νομίζετε οτι προσπαθώ να αποφύγω την ερώτηση αφου ειλικρινά δε θέλω να την αποφύγω, θα σας πω οτι η ανθρώπινη ζωή γενικότερα είναι μια αλλεπαλληλία στιγμών, πράξεων διαψεύσεων, προσδοκιών. Σε ό,τι αφορά εμένα τώρα, η δική μου ζωή είναι μια συνεχής αναζήτηση που όμως θεωρώ οτι στάθηκε τυχερή αφού κάποιες απο αυτές τις αναζητήσεις, είτε μέσα απο την επιστήμη, είτε μέσα στη συγγραφική μου δρατηριότητα, απ'ό,τι φαίνεται είχαν μεγάλη απήχηση. Πιο συγκεκριμένη απάντηση στην ερώτηση σας θα σας δώσω μέσα απο μια φράση που έχω ήδη πει στο βιβλίο μου "Η Κόμη της Βερενίκης" και την οποία πιστεύω πάρα πολύ: "Βιογραφία είναι ό,τι γίνεται μέσα μας..." κι ό,τι γίνεται μέσα μας, συνεχίζω εκεί, δεν εκφράζεται με λόγια, είναι αδύνατον να εκφραστεί με λόγια...Σύμπαν και ανθρώπινη ασημαντότητα.Διάβασα πρόσφατα τα βιβλία σας, την "Κόμη της Βερενίκης" και την "Αυτοβιογραφία του Φωτός." και ειλικρινά αισθάνθηκα δέος! Αισθάνθηκα όμως και πανικό και θέλω να σας ρωτήσω: Μπορείτε αλήθεια εσείς να μου πείτε τι είναι τελικά ο άνθρωπος και ποιός ο σκοπός και το νόημα της προδιαγεγραμμένης ύπαρξής του μέσα σε τούτο το άπειρο του Σύμπαντος που περιγράφεται τόσο δεξιοτεχνικά στις σελίδες σας?Κατ'αρχήν να πω οτι είναι συγκινητικό να ακούει κάποιος έναν άλλο άνθρωπο να του λέει πως διαβάζοντας κάτι δικό του αισθάνθηκε δέος ή έστω ακόμη και πανικό. Το κακό όμως ή ίσως και καλό, είναι πως και τα δύο αυτά αισθήματα με διακατείχαν κι εμένα όταν έγραφα τα συγκεκριμένα βιβλία. Δέος απο τα πράγματα που ανακάλυπτα και πανικό γιατί πολλές φορές φοβόμουν οτι ειδικά το θέμα του φωτός ήταν τόσο δύσκολο που δεν θα το τελείωνα ποτέ. Τονίζω όμως συνέχεια, και το ίδιο θα μου επιτρέψετε να τονίσω και σήμερα, οτι για το νόημα της ύπαρξης του ανθρώπου το εξής δραματικό μα και ταυτόχρονα συναρπαστικό παράδοξο: Η σημερινή επιστήμη μας πείθει χωρίς καμμία αμφιβολία οτι είμαστε μια απειροελάχιστη κουκίδα σε ένα αδιανόητα μεγάλο και πολύμπλοκο σύμπαν. Η ίδια η Γη είναι ένας ασήμαντος πλανήτης ανάμεσα σε ένα ηλιακό σύστημα που δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αφού εκατομμύρια τέτοια τέτοια ηλιακά συστήματα υπάρχουν μόνο στο Γαλαξία μας και υπάρχουν δισεκατομμύρια Γαλαξίες. Ενώ λοιπόν ο άνθρωπος θα έπρεπε κανονικά μέσα στην τόση ασημαντότητα του να αισθάνεται παρατημένος κι απεγνωσμένος, αντίθετα διακατέχεται απο μια περίεργη γεύση αθανασίας και τη ζωή του προσπαθεί πολλές φορές να τη δικαιώσει με την τέχνη, με τη λογοτεχνία, με τον έρωτα, με την αλληλεγγύη προς τους άλλους και με το ενδιαφέρον για τα κοινά. Αυτή λοιπόν η θεμελιώδης αντίφαση της εξωτερικής ασημαντότητας και της διαρκούς εσωτερικής πάλης, είναι νομίζω το μεγαλείο της ανθρώπινης ύπαρξης! Ανακεφαλαιώνοντας λοιπόν καταλήγουμε οτι όχι μόνοι δεν είμαστε στο κέντρο του σύμπαντος, αλλά αντίθετα υπάρχουν δισεκατομμύρια γαλαξίες σαν το δικό μας κι άλλο τόσοι επίσης ήλιοι κι η μόνη ίσως αξιοζήλευτη ιδιαιτερότητα της Γης είναι η ανθρώπινη παρουσία της οποίας ωστόσο μια σύμπτωση της διαπιστωμένης της πλέον ασημαντότητας, όχι μόνο δεν οδηγεί στην απελπισία αλλα στην προσπάθεια για δικαίωση μέσα απο την τέχνη, την ποίηση και τη λογοτεχνία. Δεν ήταν ξέρετε δεδομένο το οτι μιά ύπαρξη πάνω στη Γη θα προσπαθούσε να καταλάβει τον κόσμο που την περιβάλλει, οπότε σε σε τούτο ακριβώς το σημείο ο καθένας μας θα πρέπει να εστιάσει για να αναζητήσει την πραγματική υπαρξιακή του παρουσία και να λύσει το μυστήριο της αντίφασης έτσι όπως πολύ ωραία το εξέφρασε κάποτε κι ο Αινστάιν όταν κάποιος αστρονόμος τον ρώτησε: "κύριε καθηγητά ο άνθρωπος για το σύμπαν δεν είναι τίποτα άλλο πέρα απο μιά ασήμαντη κουκίδα?" κι εκείνος απάντησε: "Ναι αλλα αυτή η κουκίδα είναι ταυτόχρονα και αστρονόμος!!!!"-ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ-