Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2009

Οπερ εγένετο


















Εν αρχή ην ο λόγος της ψιθύρισαν μόλις γεννήθηκε τα ψέματα

.

Έκλεψαν τα μάταια τη σκέψη από το βρέφος,

πίστεψε η έφηβη κάθε τι που της είπαν




κι αρχίζοντας να ασκείται στο προπύργιο της άμιλλας,

ανέτρεψε μέσα της τα εύλογα.


Έντυσε με στολή δικής της επινοήσεως την ψευδαίσθηση αλήθεια,

την αθλιότητα παράδεισο,




ξέχασε πως για όλα όσα συμβαίνουν στη ζωή της φταίνε οι λέξεις

και στάθμευσε εκεί λιτά μα επίμονα να χάνονται οι μέρες της.

Άρον –άρον το πέρσι να το μεταμορφώσει σε τώρα.

Άρον -άρον το τίποτα να το κάνει πολύ.

Άρον- άρον το μπάτσο να τον νιώσει φιλί.

Άρον- άρον με τις λέξεις στη σκιά

να δώσει περίγραμμα οντότητας η ώριμη.




***

Κι ερρίφθη ο κύβος της κατάθλιψης.




Παρόντες όλοι οι απόντες.

Σημαντικά όλα τα ασήμαντα.

Απαραίτητα όλα τα άχρηστα.

Κι ήταν πλέον αργά να ζητήσει πιστοποιητικό γνησιότητας

ή αλλιώς- πως το λένε αλήθεια;- προγραμματισμό συναισθήματος.

Οι επιταγές της ήταν ήδη χωρίς αντίκρισμα




όταν άρχισε να στέλνει κενά γράμματα

σε φακέλους χωρίς διευθύνσεις,

ανύπαρκτα γραμματοκιβώτια

και, βεβαίως, φανταστικούς παραλήπτες.

Κάθε βράδυ μόνο, λίγο πριν πάει για ύπνο

υπενθύμιζε στον εαυτό της:

«Αύριο…από αύριο…

από αύριο θ’ αρχίσω κι εγώ να προγραμματίζω.

Γιατί επιτέλους κάποτε πρέπει να μάθω κι εγώ να προγραμματίζω»

Και βέλαζε από πόνο και προσπάθεια

έως ότου θάρρεψε στο τέλος

κι η ίδια πως ήταν αρνί.




Εξάλλου, εκούσια ή ακούσια είχε πέσει τόσες

φορές σε στόματα λύκων κρυμμένων πίσω από ανθρώπινη μάσκα,

που το περίεργο θα ήταν να θεωρήσει τα πράγματα διαφορετικά.



***

Από περίεργη φυσικά μέχρι ακαταλαβίστικη ακούστηκε

και η φράση που επαναλάμβανε συνεχώς

όταν κάποτε συνελήφθη από τους Ζητάδες της λογικής




για μια σύντομη κούρα στο θεραπευτήριο της πραγματικότητας.

«Ζητώ πύλες για να εισέλθω κι άλλη πύλη από τον άνθρωπο δεν βρίσκω…

ζητώ πύλες για να εισέλθω κι άλλη πύλη από τον άνθρωπο δεν βρίσκω….»




φώναζε μα ήρθε ακόμα πιο ολέθρια η συνειδητοποίηση που της έγνεφε

να σιωπήσει καθώς το έβρισκε μάλλον απίθανο να καταλάβουν τι

εννοεί εκείνοι που την άκουγαν.



***

Πάλεψε με νύχια και με δόντια το πρώτο καιρό ν’ αρνηθεί τη σιωπή.

Στο κάτω –κάτω «εν αρχή ην ο λόγος»,




έτσι της δίδαξαν τα ψέματα από τότε ακόμα που μπουσουλούσε.

«Τι εφιάλτης….» μονολόγησε και για να τον διώξει

έραψε ακόμα μια στολή, πολύχρωμη τούτη τη φορά,

την φόρεσε στις λέξεις και τις μεταμόρφωσε σε εικόνα




που επέλεξε ωστόσο να την απολαμβάνει prive

και μάλιστα μέσα από πολυτελή τηλεόραση με γιγαντοοθόνη.

Δώρο καλών φίλων που φρόντιζαν βλέπεις ανελλιπώς

για την άνετη διαμονή της

στο ψυχιατρείο της φρόνησης.




***

Αλλά ήταν πλέον αργά…και να πεις ότι δεν το ήξερε; Το ήξερε…

Ανέκαθεν ότι της άρεσε το έτρωγε με βουλιμία.

Έτσι και τώρα, έφαγε λόγια, λόγια , λόγια,

λόγια περιχυμένα με μπεσαμέλ ή γλυκόξινη σάλτσα,

λόγια λαδερά, λόγια ανάλαδα,

λόγια που της είπαν και λόγια που είπε,

μπούχτισε απ΄ τα λόγια κι άρχισα να ξερνά.




Ξέρασε την ντυμένη σε αλήθεια ψευδαίσθηση,

και την ντυμένη σε παράδεισο αθλιότητα,

ξέρασε πόνο, τόσο που ούτε κατά διάνοια

δεν φαντάζονταν πως χωρά το στομάχι της

μα πάλι δεν ξαλάφρωσε, μέχρι που σκέφτηκε

να χρησιμοποιήσει το αντιεμετικό της σιωπής.




Για να επιταχύνει δε την δράση του

το ρούφηξε κι αυτό με βουλιμία, σε διπλή δόση, κι επιτέλους!

Βρήκε τη δύναμη κι έβαλε μπρος να χτίζει

τη μεσοτοιχία της διαπραγμάτευσης

που προς το παρόν τουλάχιστον θα την απάλλασσε

από την άμεση γειτνίαση με τις κατάπτυστες λέξεις.

Ποιος ξέρει, ίσως λίγο αργότερα καταφέρει

να μεταφερθεί και σε κανένα πιο βορειότερο προάστιο.
***

Ένας μικρός, κούφιος θόρυβος υπόγειας δόνησης

ήταν αυτό που την προειδοποίησε στην

αρχή πως σιωπή δεν σημαίνει απαραίτητα και λήθη.

Κρίμα…η μονόκλινη μεσοτοιχία της προφανώς είχε χτιστεί με σαθρά υλικά.




Τόσο σαθρά που στα θεμέλια της μπορούσαν κάλλιστα να περιδιαβαίνουν

και να υποσκάπτουν τη σταθερότητα τους,

κάτι τεράστια τρωκτικά ήχων που

ταΐζονταν από τα υπολείμματα της ζωής της κι όπως διαπίστωνε,

κανένα ποντικοφάρμακο δεν ήταν ικανό να τα εξοντώσει.

Αντίθετα, μερικά εξ αυτών θρέφονταν από το τρόμο της

κάθε μέρα και περισσότερο κι οι ήχοι όλο και πολλαπλασιάζονταν:



***

Ήχοι θρυψαλιασμένων ονείρων κλειδωμένων ως τα τότε

σε φθηνά, γυάλινα μπουκαλάκια ελπίδας.




Ήχοι αυθαιρεσιών από πέτρες που εξακοντίζονταν σε ουρές πιθανών διερχομένων.

Ήχοι από ηχογραφήσεις μηδαμινότητας.

Ήχοι από ατροφικές εκθέσεις ιδεών.

Ήχοι από τη δική της φωνή τότε ακόμα που ζητούσε

εκείνα τα ευκόλως εννοούμενα «ως είθιστε».

Ήχοι από σκιές με περίγραμμα αδιαφορίας

που κατά τύχη κι όχι από γνώση

προμάντεψαν κάποτε το «οπερ εγένετο» της όλης κατάστασης.





Ήχοι…. ήχοι… ήχοι…ε πόσο να αντέξουν τ’ αυτιά της πια,

πάει, εκτός από το λόγο τρύγησαν και την ακοή τα τρωκτικά

κι εν συνεχεία έβαλλαν μπρος και για την αίσθηση

κι έτσι ούτε άκουσε ούτε αισθάνθηκε

την επόμενη δόνηση που τούτη τη φορά

δεν ήταν υπόγεια αλλά καθολική.

Κάτι μόνο πήγε να καταλάβει προς το τέλος

κι από ένστικτο σκέφτηκε προς στιγμή να το βάλει στα πόδια,

με τίποτα ωστόσο δεν προλάβαινε να δραπετεύσει

από την ήδη ετοιμόρροπη και λεηλατημένη γη της ψυχής της




κι ίσα μόλις που πρόλαβε και ψιθύρισε

«μετεβλήθει εντός μου ο ρυθμός του κόσμου…»

πριν την καταπλακώσουν τα χώματα.




***
Φώτισαν τη στιγμή σπίθες από ξερόκλαδα και φύλα που

έστηναν τρελό χορό φωτιάς λιγάκι παραπέρα

από τις πύλες που ζήτησε να μπει αλλά δεν τις επέτρεψαν…