Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Η γραφίδα του Χέμινγουεη απέναντι σε εκείνη της κας Ρεπούση...


Κυρία Ρεπούση πες αλεύρι... ο Χέμινγουέι  σε γυρεύει...
Ρίκη



 “Στην προκυμαία της Σμύρνης”. ΄ Η Μικρασιατική Καταστροφή όπως την έζησε και την κατέγραψε ο μεγάλος Νομπελίστας.


«Το χειρότερο, είπε, ήταν οι γυναίκες με τα νεκρά παιδιά. Δε μπορούσαμε να τις πείσουμε να μας δώσουν τα πεθαμένα παιδιά τους. Είχαν τα παιδιά τους, νεκρά ακόμα και έξι μέρες, αλλά δεν τα εγκατέλειπαν. Δε μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα. Τελικά έπρεπε να τους τα πάρουμε με τη βία.» (Από τη συλλογή διηγημάτων του με το γενικό τίτλο «Στην προκυμαία της Σμύρνης»).


Με τα παραπάνω λόγια κάποιος ήρωας του Χεμινγουέι, αξιωματούχος πολεμικού πλοίου των ΗΠΑ αγκυροβολημένου στη Σμύρνη, περιγράφει τη μεγάλη καταστροφή. Το απόσπασμα είναι από το πρώτο λογοτεχνικό κείμενο που εξέδωσε ο αμερικανός συγγραφέας το 1925, μόλις 26 χρονών τότε, και με το οποίο άρχισε να αποκτά παγκόσμια φήμη. Πρόκειται για τη συλλογή διηγημάτων του «Στην εποχή μας» (In Our Times), όπου το πρώτο του διήγημα, ουσιαστικά ο πρόλογος του βιβλίου, έχει τον τίτλο «Στην προκυμαία της Σμύρνης».


Όσο κι αν μιλάμε για διήγημα, ο συγγραφέας δεν γράφει από απλή φαντασία. Μόλις πριν τρία χρόνια ως πολεμικός ανταποκριτής της καναδικής εφημερίδας “Toronto Star” ο Χεμινγουέι είχε βρεθεί ως αυτόπτης μάρτυς στον τόπο της καταστροφής και την είχε περιγράψει σε μια σειρά άρθρων του, που εκδόθηκαν το 1985 σε βιβλίο με τον τίτλο: «Dateline: Toronto”.


Ως ανταποκριτής αυτής της εφημερίδας είχε ταξιδέψει από το Παρίσι στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλα μέρη της Τουρκίας στέλνοντας κατά την πορεία του τα άρθρα του στην καναδική εφημερίδα.


Στην έκδοση της 20ής Οκτωβρίου 1922 γράφει:


«Ο άντρας σκεπάζει με μια κουβέρτα την ετοιμόγεννη γυναίκα του πάνω στον αραμπά για την προφυλάξει από τη βροχή. Εκείνη είναι το μόνο πρόσωπο που βγάζει κάποιους ήχους [από τους πόνους της γέννας]. Η μικρή κόρη τους την κοιτάζει με τρόμο και βάζει τα κλάματα. Και η πομπή προχωρά… Δεν ξέρω πόσο χρόνο θα πάρει αυτό το γράμμα να φτάσει στο Τορόντο, αλλά όταν εσείς οι αναγνώστες της Σταρ το διαβάσετε να είστε σίγουροι ότι η ίδια τρομακτική, βάναυση πορεία ενός λαού που ξεριζώθηκε από τον τόπο του θα συνεχίζει να τρεκλίζει στον ατέλειωτο λασπωμένο δρόμο προς τη Μακεδονία».


Τα λόγια αυτά δεν είναι γραμμένα από κάποιον που πρώτη φορά αντικρίζει τη φρίκη του πολέμου. Ο νεαρός Χεμινγουέι είχε ζητήσει να καταταγεί ως εθελοντής στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά δεν έγινε δεκτός λόγω της κακής όρασής του. Αυτό δεν τον εμπόδισε να γίνει εθελοντής νοσοκόμος, να τραυματιστεί σοβαρά δυο φορές στην Αυστρία και τελικά να αποσυρθεί αφού τιμήθηκε με το βραβείο ανδρείας. Κι αυτά πριν να βρεθεί στην Τουρκία ως πολεμικός ανταποκριτής της Toronto Star, μόλις 23 χρονών.



Μέσα από το λογοτεχνικό του ταλέντο, που φανερώθηκε μέσα στα επόμενα χρόνια, ο συγγραφέας δίνει συγκλονιστικές περιγραφές μιας περιόδου που έχει σημαδέψει την ψυχή του Νεοέλληνα, μ’ όλο που κοντεύει να περάσει σχεδόν ένας αιώνας από τότε.


Σ’ ένα από τα κείμενα αυτά, στο οποίο αναφερθήκαμε ήδη, «Στην προκυμαία της Σμύρνης», που θεωρείται αριστούργημα γραφής και διδάσκεται, καθώς είδαμε στο Ιντερνέτ, στους φοιτητές αγγλικής φιλολογίας σε πολλά πανεπιστήμια, γράφει:


«Είχαμε ρητές εντολές να μην επέμβουμε, να μη βοηθήσουμε… Το πλοίο μας είχε τόση δύναμη που θα μπορούσαμε να βομβαρδίσουμε όλη τη Σμύρνη και να σταματήσουμε το μακελειό,αλλά η εντολή ήταν να μην κάνουμε τίποτα… Το παράξενο ήταν, είπε [ο υποτιθέμενος αξιωματούχος του αμερικάνικου πολεμικού που διηγείται την ιστορία], πώς ούρλιαζαν κάθε νύχτα τα μεσάνυχτα. Δεν ξέρω γιατί ούρλιαζαν αυτή την ώρα. Ήμασταν στο λιμάνι κι αυτές στην προκυμαία και τα μεσάνυχτα άρχιζαν να ουρλιάζουν. Στρέφαμε πάνω τους τους προβολείς και κι αυτές τότε σταματούσαν. …».


Ο Χεμινγουέι ως πολεμικός ανταποκριτής είναι πιο σαφής. Ξέρει ότι 1.250.000 Έλληνες διώχτηκαν από τα σπίτια τους με την ανταλλαγή των πληθυσμών: «Ό,τι και να πει κανείς για το πρόβλημα των προσφύγων στην Ελλάδα δεν πρόκειται να είναι υπερβολή. Ένα φτωχό κράτος με μόλις 4 εκατομμύρια πληθυσμό πρέπει να φροντίσει για άλλο ένα τρίτο των κατοίκων. Και τα σπίτια που άφησαν οι Μουσουλμάνοι που έφυγαν δεν επαρκούν σε τίποτα, χώρια η διαφορά στο επίπεδο κουλτούρας που είχαν συνηθίσει οι Έλληνες στην Κωνσταντινούπολη».


Σε μια άλλη ανταπόκρισή του στη «Σταρ» γράφει:

«Βρίσκομαι σε ένα άνετο τρένο, αλλά με τη φρίκη της εκκένωσης της Θράκης όλα μου φαίνονται απίστευτα. Έστειλα τηλεγράφημα στη «Σταρ» από την Αδριανούπολη. Δεν χρειάζεται να το επαναλάβω. Η εκκένωση συνεχίζεται…. Ψιχάλιζε. Στην άκρη του λασπόδρομου έβλεπα την ατέλειωτη πορεία της ανθρωποθάλασσας να κινείται αργά στην Αδριανούπολη και μετά να χωρίζεται σ’ αυτούς που πήγαιναν στη Δυτική Θράκη και τη Μακεδονία. .. Δε μπορούσα να βγάλω από το νου μου τους άμοιρους ανθρώπους που βρίσκονταν στην πομπή γιατί είχα δει τρομερά πράγματα σε μια μόνο μέρα. Η ξενοδόχισσα προσπάθησε να με παρηγορήσει με μια τρομερή τούρκικη παροιμία: «Δε φταίει μόνο το τσεκούρι, φταίει και το δέντρο». (Toronto Star, 14 Νοέμβρη 1922)


«Η υποχώρηση του ελληνικού στρατού ήταν μια θλιβερή υπόθεση, αλλά δε χρειάζεται να κατηγορούμε γι’ αυτό τον απλό Έλληνα φαντάρο. Ακόμα και όταν γινόταν εκκενώσεις περιοχών οι Έλληνες δρούσαν ως πραγματικοί στρατιώτες. Ο Κεμάλ θα είχε μεγάλο πρόβλημα αν ήταν να τους αντιμετωπίσει στη Θράκη. Ο λοχαγός Wittal του Ινδικού Ιππικού, που βρισκόταν στην Ανατόλια ως παρατηρητής κατά τη διάρκεια του πολέμου των Ελλήνων με τον Κεμάλ, μου είπε: «Οι Έλληνες στρατιώτες ήταν μαχητές πρώτης κατηγορίας. Οι αξιωματικοί τους ήταν άριστοι…. Θα μπορούσαν να έχουν καταλάβει την Άγκυρα και να τελειώσουν τον πόλεμο αν δεν είχαν προδοθεί». Κατά τον Χεμινγουέι η προδοσία αυτή πήγασε και από τους συμμάχους, αλλά και από τον βασιλιά Κωνσταντίνο που αντικατέστησε τους έμπειρους –αλλά βενιζελικούς- αξιωματικούς, με δικούς του «που ποτέ δεν είχαν ακούσει τον κρότο της μάχης».


Και τελειώνει με μια πρόταση που δεν θα την έγραφε ποτέ ένας απλός δημοσιογράφος, αν δεν είχε μέσα του το ταλέντο του μεγάλου νομπελίστα συγγραφέα: «Όλη μέρα περνούν δίπλα μου, λεροί, εξαντλημένοι, αξύριστοι, ανεμοδαρμένοι στρατιώτες που βαδίζουν στη γκρίζα γυμνή ύπαιθρο της Θράκης. Χωρίς μπάντες, χωρίς [ανθρωπιστικές] οργανώσεις να τους ανακουφίσουν, χωρίς τόπο να ξαποστάσουν, παρά γεμάτοι ψείρες, με βρώμικες κουβέρτες και κουνούπια όλη τη νύχτα. Είναι οι τελευταίοι από αυτό που ήταν κάποτε η δόξα της Ελλάδας. Κι αυτό είναι το τέλος της δεύτερης πολιορκίας της Τροίας» (Toronto Star, 3 Νοεμβρίου 1922).


Μπορεί ο συγγραφέας να ήταν σκληραγωγημένος και από τη φύση του (πλην των άλλων ήταν και μποξέρ) ή από τη ζωή του ως πολεμικός ανταποκριτής, αλλά δε μπορεί αν μη συγκινηθεί με τόσο πόνο. Χρόνια αργότερα, αφού είχε καλύψει δημοσιογραφικά και τον εμφύλιο πόλεμο στην Ισπανία, μιλώντας μέσα από το στόμα ενός ήρωά του γράφει:
«Δε θέλω να κοιμηθώ γιατί έχω τη προαίσθηση ότι αν κλείσω τα μάτια μου στο σκοτάδι και αφεθώ στον εαυτό μου, η ψυχή μου θα βγει από το σώμα».



Σε ένα από τελευταία του άρθρα από την Τουρκία στην Τορόντο Σταρ γράφει:
«Ποιος θα θρέψει τόσο πληθυσμό; Κανένας δεν το ξέρει και μέσα στα επόμενα χρόνια ο χριστιανικός κόσμος θα ακούει μια σπαρακτική κραυγή που ελπίζω να φτάσει και ως τον Καναδά: «Μην ξεχνάτε τους Έλληνες!».


Σημείωση: Το άρθρο αυτό στηρίχτηκε κυρίως στα βιβλία του Hemingway «Dateline: Toronto”, 1985, “In Our Times”, 1925 και «On the Quai at Smyrna”, 1995. Είναι μια μικρή συμβολή στο θέμα του τι ακριβώς συνέβη στην προκυμαία της Σμύρνης.


Οι πιο συντηρητικές πηγές μιλούν για χιλιάδες ή δεκάδες χιλιάδες νεκρούς, Έλληνες και Αρμένιους, είτε από την πυρκαγιά, είτε από εκτελέσεις. Βλέπε: http://en.wikipedia.org/wiki/GreatFire of Smyrna “The number of casualties from the fire and accompanying massacres is not precisely known, with estimates of up to 100,000 Greeks and Armenians killed. U.S. historian Norman Naimark gives a figure of 10,000-15,000 dead, while historian Richard Clogg gives a figure of 30,000. Larger estimates include that of John Freely at 50,000 and Rudolf Rummel at 100,000″.


Σχόλιο: Ποιο είναι προτιμητέο; Να αποσιωπούμε τις ωμότητες των άλλων λαών εις βάρος του δικού μας για να μην καλλιεργούμε εχθροπάθεια εναντίον τους στις επόμενες γενιές ή να καταγράφουμε και να διδάσκουμε τα γεγονότα όπως έγιναν, ώστε να γνωρίζουν οι νεότεροι την Ιστορία, ανεξάρτητα από τα όποια αισθήματα προκληθούν εις βάρος των άλλων;


Η απάντηση βρίσκεται στην υπέρτατη αναγκαιότητα της ειρηνικής συνύπαρξης και συνεργασίας με όλους ανεξαιρέτως, πράγμα το οποίο προϋποθέτει καλή γνώση και σωστή διδασκαλία της Ιστορίας, ώστε μέσω αυτής να διδάσκονται οι νεότερες γενιές όχι πώς θα εκδικηθούν ή θα εξοντώσουν τους άλλους αλλά πώς δεν θα επιτρέψουν να επαναληφθούν τα σφάλματα του παρελθόντος. Αυτό επιτυγχάνεται με τη στενότερη επαφή και γνωριμία μεταξύ των απλών πολιτών και με την κοινή προσέγγιση στο λεπτό αυτό θέμα και την αμοιβαία εφαρμογή των προταγμάτων του εκ μέρους των πολιτικών.

Οἱ ἀνιστόρητοι καὶ ἡ Θεσσαλονίκη.





Αὐτὴ ἡ ΦΕΝΤΕΡΑΣΙΟΝ πιά…
Ἐμμονὴ ἔχει γίνει σὲ κάποιους…
Καὶ δὲν χάνουν εὐκαιρία συχνὰ πυκνὰ νὰ μᾶς ὑποδεικνύουν τὶς προθέσεις τους καὶ τὶς βλέψεις τους!

Ὁ τσίπι-τσίπι Τσίπρας φυσικὰ πρωτεργάτης!
Ἐκτὸς κι ἐὰν πράγματι ἐπιθυμῇ μίαν Θεσσαλονίκη κέντρον ἑνὸς ἄλλου κράτους, οὐδόλως φυσικὰ Ἑλληνικοῦ, μὲ γνώμονα τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τῶν ἀφεντικῶν του. Αὐτὸ δὲν τὸ λέει ξεκάθαρα….
Ἴσως γιατὶ δὲν τολμᾶ…
Ἴσως γιατὶ δὲν ξέρει…
Ἤ, ἴσως γιατὶ ξέρει ἀλλὰ δὲν θέλει νὰ μᾶς …ἀνησυχήσῃ!

Σὲ κάθε περίπτωσιν παίζουν ἄσχημα παιχνίδια!
Ἰδίως ἐὰν θυμηθοῦμε πὼς ἡ δημιουργία τῆς ΦΕΝΤΕΡΑΣΙΟΝ συνέπεσε, «ὅλως τυχαίως» μὲ τὰ γεγονότα ποὺ ἤθελαν τὴν Μακεδονία ὤς ἀνεξάρτητον κράτος.

Θά τά καταφέρουν;
Νὰ σᾶς πῶ…
Τώρα πιά, ἀκόμη κι ἐὰν καταφέρουν τὸ ὁ,τιδήποτε, δὲν ἔχει καμμίαν σημασία.
Σημασία ἔχει πὼς ὅλα θὰ γίνουν ὅπως πρέπει κι ἀπὸ τὴν ἀρχή!

Φιλονόη.


Η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΙΣΤΟΡΗΤΟΙ «ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΟΙ»
Κωνσταντίνος Χολέβας –Πολιτικός Επιστήμων



Με δυσάρεστη έκπληξη άκουσα τον Πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ κ. Αλέξη Τσίπρα να παρουσιάζει στη Θεσσαλονίκη μία δική του άποψη περί της Ιστορίας. Αντί να τονίσει την ελληνικότητα της πόλης και της Μακεδονίας, που εορτάζουν τα 100 χρόνια από την απελευθέρωσή τους, αναφέρθηκε τιμητικά στη Σοσιαλιστική Εργατική Ομοσπονδία Φεντερασιόν, η οποία έδρασε στις αρχές του 20ού αιώνα. Το πρόβλημα είναι ότι Ομοσπονδία αυτή υποστήριζε με κάθε τρόπο και με το έντυπό της, το ΑΒΑΝΤΙ, τη δημιουργία μιας αυτόνομης Μακεδονίας στο πλαίσιο μιας Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας των Βαλκανίων.
Δηλαδή ο κ. Τσίπρας τίμησε μία οργάνωση, η οποία αγωνίσθηκε για να μην ενταχθεί η Θεσσαλονίκη και η Μακεδονία στον ελληνικό κορμό, αλλά εργάσθηκε σαν πρόδρομος του σκοπιανού αλυτρωτισμού. Μάλιστα στη Φεντερασιόν ανήκαν και επιφανή στελέχη της αριστερής πτέρυγας των Βουλγάρων κομιταζήδων, όπως ο Βλαχόφ, που έδρασε κατά των ελληνικών συμφερόντων.
Καλό θα ήταν να μας εξηγήσει ο κ. Τσίπρας αν ο έπαινός του για τη Φεντερασιόν αποδεικνύει την άγνοιά του στα ιστορικά θέματα ή μήπως εγκρίνει τον αγώνα της κατά της ελληνικότητος της Μακεδονίας. Το πρόβλημα, όμως, είναι ευρύτερο. Και άλλα στελέχη της «ανανεωτικής Αριστεράς» έχουν κατά καιρούς εκφράσει ανιστόρητες και προσβλητικές απόψεις για την ιστορία της Θεσσαλονίκης. Ο Δήμαρχος της πόλης τιμά τον Κεμάλ Ατατούρκ και θέλει να ονομάσει ένα δρόμο με το όνομα του Τούρκου ηγέτη. Ελπίζω οι χιλιάδες Μικρασιατών, Κωνσταντινουπολιτών και Ποντίων που ζουν στην πόλη να τού άλλαξαν τη γνώμη. Καλό θα ήταν πάντως να διαβάσει και τις πρόσφατες αποκαλύψεις της τουρκικής εφημερίδας ΡΑΝΤΙΚΑΛ, η οποία περιγράφει πώς ο Κεμάλ απολάμβανε το 1922 την φωτιά που έκαιγε την ελληνική συνοικία της Σμύρνης.
Εξ άλλου δεν είναι βέβαιο ότι το σημερινό τουρκικό Προξενείο στην οδό Αγίου Δημητρίου είναι το σπίτι όπου γεννήθηκε ο Κεμάλ. Η αδελφή του, όταν ζούσε, είχε έλθει στη Βόρειο Ελλάδα και υπέδειξε ένα χωριό του Λαγκαδά ως γενέτειρα δική της και του αδελφού της.
Τιμή στη Θεσσαλονίκη σημαίνει να αναδείξουμε τη διαχρονική ελληνική ιστορία της και τα ορθόδοξα χριστιανικά μνημεία της. Αυτή η ελληνορθοδοξη παράδοση των κατοίκων τούς έκανε φιλόξενους ώστε να συγκατοικήσουν ειρηνικά με ανθρώπους άλλων θρησκειών.
Κυριακάτικη Δημοκρατία