Δευτέρα, 20 Απριλίου 2009

Αχ! πως της αρέσει να μιλά…




Στην Αναστασία ξανά…και ξανά…και ξανά…
σαν ένα μικρό ευχαριστώ
για την παρουσία της στη ζωή μου



Μέσα από μια σειρά διηγημάτων με κοινό παρανομαστή την μοναξιά του σύγχρονου καθημερινού ανθρώπου, η συγγραφέας προσπαθεί να ξορκίσει το κακό κάνοντας τη δική της προσπάθεια να το αντιμετωπίσει κατάματα κι αντίθετα εντελώς από τους ήρωες της να επιλέξει κατ’ αυτό τον τρόπο τη πραγματικότητα από την παγίδα ενός εκούσια «παγιδευμένου ονείρου»


*******

«……Πριν προχωρήσει πάντως στο ψητό, μίλησε αρκετά ο αλλοδαπός έστω κι αν ήταν σίγουρος πως δεν υπήρχε περίπτωση να τον καταλάβουν…μιλούσε και την κοιτούσε…μιλούσε αγγίζοντας την πάνω από τα ρούχα της…μιλούσε γενικώς…
Αργότερα, όταν μάλλον αποτελείωσε με όλα εκείνα που ήθελε να πει, το χέρι του άρχισε να διεισδύει στην πύλη του στήθους της- όχι όμως σαν πορθητής αλλά σαν σύμμαχος –έσπασε το φράγμα της μπλούζας που το περιχαράκωνε με ψευδή ασφάλεια, και στη συνέχεια το άφησε ελεύθερο προσφέροντας το ευλαβικά, σαν τρόπαιο νίκης στο στόμα του.
Εκεί ξεχάστηκε για πολύ. Μα κι εκεί το Φλεβαριάτικο ψύχος του σύμπαντος της Μυρσίνης μετουσιώθηκε σε τροπική ζέστη προκαλώντας τον να ξεχαστεί κι άλλο….κι άλλο….κι άλλο….
Δεν μπορεί να υπολογίσει πόση ώρα παρέμειναν σε τούτη τη στάση πριν προχωρήσουν και ξαπλώσουν στο παγκάκι πριν αφεθούν, ταυτόχρονα πλέον, σε μια αίσθηση παράνοιας που προσφερόταν και στους δυο σαν μάνα εξ ουρανού σε περίοδο ανομβρίας.
Με βιασύνη κατέβασε πρώτος εκείνος το παντελόνι και ενώ αμέσως μετά η δική της φούστα έτσι όπως ανέβαινε στο ύψος των μηρών για να απεγκλωβίσει το μαύρο τρίγωνο, έγινε για δυο τρία δευτερόλεπτα ο δορυφόρος που τους εκτόξευσε στα ουράνια!

Για δυο τρία δευτερόλεπτα όμως, αυτό ήταν όλο κι όλο αφού αμέσως, στο μυαλό της γυναίκας τουλάχιστον, τα πάντα φόρεσαν το αληθινό τους σχήμα και πήραν ξανά την πραγματική τους μορφή!
Η ριπή της πραγματικότητας θόλωσε το παγιδευμένο όνειρο που εκουσίως η Μυρσίνη επέλεξε σαν λύτρωση, και η αντίστροφη μέτρηση της σμίκρυνσης είχε ήδη ξεκινήσει:
Δέκα- εννιά-οκτώ-εφτά-έξη….»

ΔΕ ΘΕΛΩ ΝΑ ΞΟΔΕΥΤΩ ΑΛΛΟ


Στους άνδρες που με άντρωσαν…




«Χάθηκαν τα καλύτερα μου χρόνια κυνηγώντας χίμαιρες.… Ο άντρας της ζωής μου, τι τρέλα! Δεν υπήρξε, δεν υπάρχει και πιθανόν να μην υπάρξει ποτέ. Το έψαξα ολάκερο σχεδόν το κουτί της Πανδώρας, χώθηκα έως τα μπούνια μέσα του, έπιασα πάτο στις λάσπες και στα σκατά αναζητώντας τον και δε βρέθηκε. Ο άντρας της συναισθηματικής και νοητικής μου ιδιοκτησίας, τουλάχιστον όπως τον έπλασα κι όπως τον ονειρευόμουν τόσα χρόνια, ενδεχομένως και να μην έλθει. ποτέ . Ενδεχομένως… Που σημαίνει όμως ότι ίσως κάποτε αποφασίσει και να έλθει τελικά. Εξάλλου το κουτί της Πανδώρας είναι απύθμενο, οπότε τίποτα και κανείς δεν είναι ικανός να αναγκάσε τον άλλο να ζει χωρίς ελπίδα. Τίποτα και κανείς δεν είναι ικανός να απαγορεύσει το όνειρο. Φτάνει φυσικά το όνειρο να μη προκαλεί εξάρτηση. Κι εγώ την αναμονή τούτου του ιδανικού άνδρα, αν εξακολουθεί να μου είναι απαραίτητη, μπορώ για να την διαφυλάξω να την απομονώσω σε μια μεριά της φαντασίας μου, κι εκεί να της επιτρέπω να υπάρχει για όσο θέλει. Αρκεί μονάχα να μην με ενοχλεί. Αρκεί μονάχα να μην μου διαταράζει την πραγματικότητα, να μη με κάνει να πονώ όπως πονούσα έως σήμερα. Έως και πριν μερικές ώρες…»

Γλυκό βύσσινο


Στο κοριτσάκι του εξωφύλλου
Στη ΜΑΝΑ μου
Στην Αναστασία και στην Νατάσσα
Σε όλους εκείνους που οι ζωές μας
«συναντήθηκαν» στο άπειρο της αιωνιότητας
-έστω ακόμα κι ενός «δευτερολέπτου»-
που προσφέρει η αγάπη




"... Γιατί παιδάκι μου, τόσο κακό το θεωρείς δηλαδή εσύ ότι μου αρέσει εμένα να ταξιδεύω;"
"Το κακό δεν είναι που σου αρέσει να ταξιδεύεις, το κακό είναι ο τρόπος που σου αρέσει να ταξιδεύεις Ρέα. Ρέα, προσγειώσου επιτέλους, άντε να δούμε και καμιά άσπρη μέρα εδώ μέσα πια, κάνα φαΐ μαγειρεμένο στο τσικάλι να πούμε".
"Μωρέ δε πα να στρίψεις κι εσύ κι οι κακίες σου στην επόμενη γωνία να δείτε αν έρχομαι; Εγώ θα ταξιδέψω γιατί αν δεν καταφέρω τελικά να ταξιδέψω θα πνιγώ, ο κόσμος να χαλάσει κακομοίρα μου. Ας είναι και πειραματικά, τι έγινε. Ολόκληρη ΕΙΡΤ εδραιώθηκε έτσι, μια Ρέα θα κωλώσει;"
"Καλααά. Κι ο Ίκαρος πειραματικά πειραματικά την πήγαινε τη δουλειά και είδες τα χάλια του. Άσε λοιπόν κατά μέρος τα πειραματικά ταξίδια ρε μάνα γιατί ταβλιάζουνε, σαν κόρη σε συμβουλεύω τώρα, εντάξει;..."



***
Η Ρέα, μια υπό δοκιμασία ακόμα συγγραφέας, παλεύει για να συνυπάρξει το δικό της το μυαλό με το μυαλό της 15χρονης κόρης της και να μηδενίσει έστω τις βασικές διαφορές τους. Ψάχνει για διεξόδους που την ίδια, τη μεγάλη, θα την φέρουν - μπρος και το παιδί, το μικρό, θα το φέρουν (θα το ταξιδέψουν ήθελε να γράψει) πίσω. Όμως που να πάρει η ευχή κι ο δικός της εσωτερικός κόσμος λειτουργεί τόσο διαφορετικά από των υπολοίπων που δεν τα καταφέρνει με τίποτα.
Έως ότου... έως ότου νιώθει το κλάμα της λύτρωσης να πλημμυρίζει τα μάτια της...
"Μετά το κλάμα της νοσταλγίας έρχεται πάντα το κλάμα της λύτρωσης..."
Κι είναι ένα κλάμα ετούτο που όταν φτάσει, ακόμα και σε ανθρώπους σαν τη Ρέα, τα πάντα μπορεί να μεταμορφώσει...

Το τρενάκι


Η Ρίκη Ματαλλιωτάκη «νίκησε και πάλι τον χρόνο»παρουσιάζοντας τούτη τη φορά στα παιδιά που έχουν μπροστά τους ολάκερη τη ζωή για να τους χαμογελά δικές του ιστορίες.
Ιστορίες που θα τους δώσουν την δυνατότητα να χαθούν για λίγο στην κυριαρχία του χρόνου και του ονείρου μιας και δεν έχουν την δυνατότητα σήμερα για τέτοιες πολυτέλειες.

Να ονειρεύονται…
Η συγγραφέας δείχνει να γνωρίζει καλά τα παιδιά και να κατέχει τη δυνατότητα να μιλά τέλεια στην ψυχή τους.
Η ίδια, αστείρευτη, ευρηματική, γεμάτη από αγάπη για τα παιδιά, αφήνει τη ματιά της να σταθεί με ευπρέπεια στη περιγραφή των γεγονότων υφαίνοντας υπομονετικά τον καμβά της ζωής των με τόσες ελπίδες.
Δημιουργεί ένα κόσμο ονειρικό που χαλυβδώνει τις καρδιές από την πρώτη ως τη τελευταία λέξη κάθε σελίδας.
Ένα κόσμο μακριά από τις βιτρίνες της κάλπικης ζωής που μας κομματιάζει καθημερινά έτσι όπως τη φτιάξαμε…

Μιχάλης Πατεράκης

ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΖΩΗΣ


Ψηλαφώντας το χθες ιχνηλατώ το σήμερα ή κάνω μια εκ βαθέων ανασκόπηση στο αύριο…
Η ποίηση δεν είναι μια δραματολογική συνένωση γεγονότων του μέλλοντος ή του παρόντος, αλλά ούτε επίσης μια εξωραϊστική κατάσταση ηθελημένων και αθέλητων συμβάντων
Είναι απλώς μια επείγουσα βιωματική ίσως εκφορά συναισθημάτων και ιδεών που έτσι κι αλλιώς με θεϊκή δύναμη θα εξέλθουν από τον γράφοντα διαφορετικά κινδυνεύει να περιέλθει σε πνιγμό....

H αγάπη νίκησε το χρόνο


Το σπίτι στένεψε, το χωριό στένεψε, ο εαυτός του μεγάλωσε μόνο. Και για έναν εαυτό τόσο υπεράνθρωπο, όσο πίστεψε τον δικό του, μικρά πολύ του φάνηκαν τα σύνορα εκεί πέρα. Δεν τον χωρούσαν! Ο κύκλος που με αγάπη έκλεινε μέσα του τόσα χρόνια όλα όσα τον αφορούσαν, έγινε αφόρητα μικρός. Κι εκείνος δεν μπορούσε πια να νοιώθει πως η ζωή του καμπάνιζε ξεκρέμαστη, δίχως νόημα κλειδωμένη. 'Ολες οι αλήθειες, όλες οι ομορφιές και τα θαύματα του κόσμου που μεταξύ φαντασίας και πραγματικόττηαας ίσαμε εκείνη την στιγμή ψυχανεμίζονταν πως υπήρχανε γύρω του, μονάχα έξω, μακριά από τα σύνορα αυτά που είχε εγκλωβιστεί - έτσι του σφύριζε ύπουλα η φωνή που τη συνόδευε το γέλιο του Μεφιστοφελή θα τις συναντούσε!

Ο πρωτογόνατος της καρδιάς μου


Κι όπως θωρώ στο σπίτι μου-στο σπίτι του- τις πολυκαιρισμένες και χλομιασμένες απ΄ τον καιρό τον πολύ φωτογραφίες του, σαν να τινάζεται η καρδιά μου και φτάνει ο χτύπος της ψηλά ίσαμε τα μεσοδόκια.

Συγκλίζει το μυαλό μου! Αναφαίνεται στα μάτια μου να δρασκελά από μέσα τους πιο ζωντανός από ζωντανός και με τα μακριά του πόδια και τα μεγάλα ζάλα που έκανε να αναμερίζει και πάλι, πότε με καλοσύνη, πότε με γέλιο, πότε με ξυπνάδα, ως τότε, κι όλα να μένουν ξωπίσω του.
Ως τότε…
Και μη θαρρείτε πως μιλώ για πράματα σπουδαία, τρανά. Απλά, καθημερινά πέρα για πέρα.
Αγάπη στον εαυτό σου μα ακόμα πιο περίσσια στο διπλανό σου.
Σαν τι άλλο δηλαδή πρέπει να πράξει άνθρωπος για να είναι άξιος λόγου;
Μιας λοιπόν κι από το φύσημα της σάρκας αυτηνού του ανθρώπου εγεννήθηκα, ας δώσω κι εγώ λίγο από το αίμα μου για να κάμω, όχι, όχι μνημόνευμα είπαμε, μα μια αναδρομή. Μια ανιστόρηση που θα ζωντανέψει στο χαρτί θύμησες για να ΄μαι σίγουρη ότι η σκυλοπνίχτρα που αλλιώς τη λένε και λησμονιά, δεν θα μου τις αρπάξει.

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2009

Η Ρεθύμνια Σουλτάνα -ΡΕΜΠΙΑ ΓΚΙΟΥΛΝΟΥΣ-....







H αλλιώς Ευγενία ή Ευμενία Βεργίτση

Σε διάστημα δεκαεφτά μηνών τα στρατεύματα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας έχουν ήδη καταλάβει δύο από τα σημαντικότερα κάστρα της Κρήτης, των Χανίων και του Ρεθύμνου, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι στην άλωση του φρουρίου του Ρεθύμνου πρωτεύοντα ρόλο έπαιξε, όπως επίσης και στο Χάνδακα, η προδοσία.
Τι έκαναν όμως στο τουρκοσκλαβωμένο Ρέθυμνο οι νέοι κυρίαρχοι αμέσως μετά την άλωση του;
Από τον Ρεθύμνιο ποιητή Μαρίνο Τζάνε Μπουνιαλή, από του οποίου μάλιστα το έργο αντλούμε και τις πληροφορίες μας για την άλωση τούτης της Κρητικής πόλης, γίνεται γνωστό ότι ο πορθητής του Γαζή Χουσείν Πασάς γνωρίζοντας πόσο φιλήδονος ήταν ο Σουλτάνος Ιμπραχίμ, θεώρησε σωστό μαζί με καπεταναίους και πρόκριτους σκλάβους να στείλει πεσκέσι στο σουλτανικό γυναικωνίτη και δέκα όμορφες Κρητικοπούλες από διαλεχτές οικογένειες Ρεθυμνιωτών.
Ποιοι ήταν όμως οι προύχοντες και οι δέκα κοπέλες που στάλθηκαν ως δώρο στο Σουλτάνο και τι απέγιναν, κανείς όσο κι αν ερεύνησε τις γραπτές πηγές εκείνων των χρόνων δεν κατάφερε να ανακαλύψει το παραμικρό σχετικά με την τύχη τούτων των ανθρώπων.
Μέχρι που δεκαεφτά ολόκληρα χρόνια μετά την άλωση του Ρεθύμνου, στα 1663 δηλαδή, αναφέρεται για πρώτη φορά ότι ο Σουλτάνος Μεχμέτ IV παντρεύτηκε την πρώτη νόμιμη του γυναίκα και ότι η γυναίκα αυτή ήταν κάποια Ρεμπιά Γκιουλνούς, γέννημα του Ρεθύμνου που στάλθηκε στο σουλτανικό χαρέμι το 1646, τότε που πάρθηκε από τους Τούρκους ο τόπος της.
Κι επειδή καμιά άλλη γραπτή μαρτυρία δεν συναντάται πουθενά αλλού για δεύτερη αποστολή κοριτσιών στο σουλτανικό γυναικωνίτη, μπορούμε να δεχτούμε πως η πρώτη νόμιμη γυναίκα του Σουλτάνου Μεχμέτ IV και η Ρεθυμνιοτοπούλα που αναφέρει ο ιστορικός Ναϊμά είναι το ίδιο πρόσωπο.
Τι ακριβώς αναφέρεται όμως γι΄ αυτό το πρόσωπο που κατάφερε να πάρει ξεχωριστή θέση στην ιστορία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας αλλά που ωστόσο είναι τόσο λίγο γνωστή στους Κρητικούς;
«Αν ήταν δυνατόν να αποδειχθεί από την έρευνα παλιών βιβλίων και παλιών χειρογράφων ότι το τάδε ή το δείνα πρόσωπο στάθηκε απεριόριστα ευτυχισμένο στην ζωή του, τότε με πεποίθηση θα έλεγα πως η Ρεμπιά Γκιουλνούς στάθηκε πράγματι η πιο ευτυχισμένη γυναίκα του σουλτανικού χαρεμιού…», έτσι προλογίζει το ιστορικό σημείωμα που έγραψε για την Ρεμπιά Γκιουλνούς ο Τούρκος ιστορικός Αδνάν Γκίς
Πράγματι η γυναίκα που μαζί με άλλες εννιά συμπολίτισσες της στάλθηκε ως δώρο στο σουλτανικό χαρέμι, πήρε όντως μια ξεχωριστή θέση ανάμεσα στις χιλιάδες των γυναικών που ζούσαν έγκλειστες μέσα σε ένα χώρο που η ίδια κατάφερε να διακριθεί από όλες τις υπόλοιπες .
Είκοσι τέσσερα χρόνια παρέμεινε στο σουλτανικό θρόνο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στο πλάι του Μεχμέτ ΙV ενώ κατάφερε να γλιτώσει τα παιδιά της από τον σκληρό κι απάνθρωπο νόμο της «διαδοχής» του θρόνου που επικρατούσε τότε στην Οθωμανική αυλή. Και τα δυο αυτά παιδιά όμως τα είδε να γίνονται Σουλτάνοι και η ίδια έγινε Βαλιδέ Σουλτάνα (μητέρα Σουλτάνου) και διατήρησε τον ανώτατο αυτό τιμητικό τίτλο για εικοσιένα ολόκληρα χρόνια.
Εικοσιτέσσερα χρόνια δηλαδή Σουλτάνα κι εικοσιένα χρόνια Βαλιδέ Σουλτάνα, που σημαίνει σαρανταπέντε χρόνια με το στέμμα στο κεφάλι, κάτι που δεν συνέβη ποτέ σε καμία άλλη γυναίκα στα χρονικά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Ποία ήταν όμως η Ελληνική καταγωγή τούτης της γυναίκας;
Το θέμα είναι όχι απλώς δύσκολο να ερευνηθεί αλλά σχεδόν ακατόρθωτο αφού η κάθε κοπέλα τότε που ριχνόταν στο αχανές του σουλτανικού χαρεμιού, ξεχνούσε επί τόπου τον εαυτό της κι έπρεπε να ξεχάσει και να ξεχαστεί από τους δικούς της. Κανείς δεν είχε το ελάχιστο δικαίωμα να ρωτήσει για να μάθει το παραμικρό που αφορούσε τις γυναίκες αυτές κι εξαίρεση δεν γινόταν για καμιά έστω κι αν είχε ανέβει την κλίμακα της ιεραρχίας κι είχε προλάβει να γίνει «χασεκή»(ευνοούμενη του Σουλτάνου.)
Μόνο κάπου κάπου κάποιοι ξένοι περιηγητές που ήθελαν τότε να ασχοληθούν με την συγγραφή ταξιδιωτικών βιβλίων, φρόντιζαν ,όχι φυσικά χωρίς δυσκολία, να μάθουν ότι μπορούσαν για τούτες τις ευνοούμενες του Σουλτάνου αλλά κι αυτό βέβαια μονάχα όταν εκείνες είχαν ξεχωρίσει κι εξασκούσαν κάποια πολιτική επιρροή πάνω του ή έπαιζαν κανένα σπουδαίο πολιτικό παιχνίδι.
Στην σειρά επίσης των ανθρώπων που ενδιαφέρονταν να πληροφορηθούν για τις γυναίκες αυτές ήταν και κι εκείνοι που βρίσκονταν με επίσημη αποστολή στην Κωνσταντινούπολη, πρεσβευτές δηλαδή, δραγουμάνοι κ.τ.λ
Αυτός λοιπόν που κατάφερε να αποκαλύψει το αληθινό επίθετο της οικογένειας της Ρεμπιάς Γκιουλνούς, ήταν ο Βενετσιάνος αρχιπρεσβευτής στην αυλή της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, Τζοβάνι Μπατίστα Ντονάτι. Είναι ο ίδιος που μαζί με τους όμορους του κατάφερε επίσης να βγάλει από την μέση τον προδότη του Μ. Κάστρου Ανδρέα Μπαρότσι
Ετούτος ο άνθρωπος λοιπόν με το άφθονο χρηματικό μέσο που διέθετε ανακάλυψε και την πραγματική καταγωγή της Ρεμπιά Γκιουλνούς όταν στα 1684 υπέβαλε στο συμβούλιο των Δέκα μια εμπιστευτική έκθεση για την τότε κατάσταση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Εκεί περιγράφοντας την Σουλτάνα ανάφερε ότι είναι από την οικογένεια Βεργίτση. Η έκθεση όμως αυτή, ως εμπιστευτική που ήταν, παρέμεινε άγνωστη για περίπου διακόσια πενήντα χρόνια και κρυμμένη στο Βενετικό αρχείο. Όμως χάρη στην προσπάθεια του δικού μας ερευνητή Σπύρου Θεοτοκά που στάλθηκε εκεί με έξοδα της Έλενας Βενιζέλου, πληροφορήθηκαν επιτέλους το πραγματικό ονοματεπώνυμο της Ρεμπιά Γκιουλνούς που κατ΄ άλλους είναι Ευγενία και κατ΄ άλλους Ευμενία Βεργίτση Για το επίθετο Βεργίτση δε προηγείται αναφορά σε παλιότερα έγγραφα. Άνθρωποι με το όνομα αυτό διέπρεψαν στα γράμματα, στις καλές τέχνες, και γενικά σε κάθε είδους καλλιτεχνική και προοδευτική κίνηση σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Από μια τέτοια οικογένεια λοιπόν κατάγονταν η Ρεμπιά Γκιουλνούς. Η ευνοούμενη του Σουλτάνου και της τύχης, μια γυναίκα εκπάλγου καλλονής κατ΄ ομολογία του Ντελακρουά και όλων των ιστορικών της εποχής.
Μια γυναίκα με ασυνήθιστη για τα τότε δεδομένα δράση που προκάλεσε την προσοχή πολλών συγκαιρινών της που ζητούσαν να μάθουν και την παραμικρή λεπτομέρεια που αφορούσε την ζωή της φτάνοντας έτσι έως εμάς σήμερα μια σχετική έστω πληροφόρηση του σκοτεινού κι ανεξιχνίαστου εκείνου χθες.
Ρεμπιά Γκιουλνούς, η γυναίκα που με τον θάνατο της ανέκοψε την φρενιασμένη χαρά των επίκτητων συμπατριωτών της για το μεγάλο γεγονός της κατάληψης του Μωριά.
Στην Ανδριανούπολη, πέντε Νοεμβρίου του 1715, σε ηλικία εβδομήντα πέντε χρονών, άφησε τον κόσμο αυτό η Ρεμπιά Γκιουλνούς ή η Ρεθύμνια Ευγενία Βεργίτση, . Η σωρός της μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη για να ταφή σε ένα πλούσιο τζαμί που είχε φροντίσει να χτίσει η ίδια.
Στο Γενή- Τζαμί στο Σκούταρη, όπου μάλιστα ο τάφος της διατηρείται ακόμη για να θυμίζει την ευνοούμενη του Σουλτάνου Μεχμέτ του IV, και την Βαλιδέ Σουλτάνα έπειτα, με σουλτάνους και τους δύο γιούς της.
Την γυναίκα που καμιά άλλη όμοια της στο χώρο του σουλτανικού χαρεμιού, δεν έφτασε τόσο ψηλά όσο εκείνη.

ΦΡΑΓΚΟΚΑΣΤΕΛΛΟ...





ΤΟ ΑΝΕΞΗΓΗΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΤΩΝ ΔΡΟΣΟΥΛΙΤΩΝ

Κοντά στην απροσκύνητη χώρα των Σφακίων, λίγα μόλις μέτρα πιο πέρα από την ακτή που ξεψυχά το κύμα του Λιβικού, κι εξίσου λίγα από τους πρόποδες που φωλιάζουν μερικά από τα αετίσια Σφακιανοχώρια, ορθώνει την ύπαρξη, του σε σχήμα παραλληλόγραμμου, ένα καστέλι (πύργος) άριστα μέχρι σήμερα διατηρημένο. Το Φραγκοκάστελλο.
Δυο σειρές πολεμίστρες περιζώνουν τα μέχρι σήμερα απείραχτα, όπως τουλάχιστον δείχνουν εξωτερικά, τείχη του και η πύλη του βρίσκεται κατά την μεριά της θάλασσας σαν στόμα αγριεμένου θεριού.
Ο θρύλος του γεφυριού της Άρτας (ολημερίς το χτίζανε τη νύχτα το γκρέμιζαν) γίνεται κι εδώ παραλλαγμένη πραγματικότητα αφού κάπως έτσι οι Σφακιανοί με μπροστάρηδες τα έξη αδέλφια Πατσούς, εμπόδιζαν τους Βενετούς να σηκώσουν το κάστρο αναγκάζοντας τους να το περιζώσουν με ισχυρότατη δύναμη στρατού. Και όταν επιτέλους το τέλειωσαν και ασφαλίστηκαν μέσα, οι Φράγκοι δεν άφησαν ατιμώρητους τους γενναίους Πατσούς. Κρέμασαν από ένα σε κάθε πύργο του καστελλιού και τους υπόλοιπους δύο από πάνω στην είσοδο. Το χωριό Πατσιανός που φέρει το όνομα των μαρτυρικών αδελφών αποδεικνύει έως σήμερα την ηρωική πράξη τους.
Η προτομή του Τουρκομάχου Στρατηγού Χατζή Μιχάλη Νταλιάνη, που βρίσκεται μερικά μόνο μέτρα ανατολικά του φρουρίου, θυμίζει επίσης τον θάνατο του καθώς επίσης και το ανεξήγητο φαινόμενο των Δροσουλιτών:
Στις πρώτες Μαίου του 1828, ο Ηπειρώτης στρατηγός απορρίπτει τους όρους του Μουσταφά Πασά με ένα λακωνικό γράμμα του: «Ήρθα στην Κρήτη να πολεμήσω με τα παλικάρια μου τους Τούρκους κι όπου θέλει ο Θεός ας δώσει την νίκη.» του λέει ρίχνοντας του τον κύβο. Λίγες μέρες βέβαια μετά, σε μια αιφνιδιαστική επίθεση του κατά των Τούρκων του Ρεθέμνους, σκότωσε κάπου σαράντα, άρπαξε γύρω στις εφτά χιλιάδες γιδοπρόβατα και γύρισε με κάμποσους αιχμαλώτους πίσω στο Φραγκοκάστελλο με δικό του ένα μόνο νεκρό και τρεις τραυματίες. Ο Μουσταφάς τότε με οκτώ χιλιάδες πεζούρα ( πεζικό) και τετρακόσους καβαλαραίους,, με τέσσερα κανόνια και δύο βόμβες, στρατοπέδευσε στο χωριό Καψοδάσος ενώ η δύναμη του Νταλιάνη μετριόταν σε 666 συνολικά άνδρες στους οποίους συγκαταλέγονταν εβδομήντα καβαλαραίοι.
Την νύχτα της 16ης προς 17ης του Μάη, Κρητικοί καπετάνιοι μάταια προσπαθούσαν να αποτρέψουν την καταδικασμένη από πριν αναμέτρηση που σχεδίαζε στον ανοικτό κάμπο ο Νταλιάνης . Του πρότειναν να κρατήσει τα ψηλώματα φθείροντας τον εχθρό με το συνεχή κλεφτοπόλεμο, ή να οχυρωθεί στο Φραγκοκάστελλο. Αυτός όμως όχι μόνο αψήφησε τη γνώμη των ντόπιων, γνώμη που ήταν βασισμένη στην γνώση και στην πολύχρονη πείρα τους, αλλά τους πρόσβαλλε κιόλας με τα λόγια τους.
Έτσι κι εκείνοι κράτησαν τις θέσεις τους και ο Νταλιάνης επιμένοντας στην απόφαση που είχε πάρει, παράταξε τις μικρές του δυνάμεις με τον τρόπο που επέλεξε.
Την επόμενη μέρα,17 του Μάη, μόλις που βγήκε ο ήλιος, ο Μουσταφάς με τρεις κανονιές ξεκινά. Η μάχη άρχισε άγρια, σφάξαν και σφάχτηκαν σχεδόν μονομιάς, όμως το παιχνίδι ήταν άνισο. Μυρμηγκιές ο στρατός της Τουρκιάς, γνωρίζουν τον Νταλιάνη από το άλογο του και σε λίγο ο Μουσταφάς κρατά τρόπαιο το κεφάλι του Ηπειρώτη στρατηγού. Από όλους τους Έλληνες γλίτωσαν δύο, ίσως τρεις. Λίγο πιο πάνω την ίδια ώρα οι Κρητικοί βαστούσαν το Πατσιανό κι έδιναν μεγάλη μάχη με το ασκέρι που είχε στείλει ο πασάς κατά πάνω τους για να εμποδίσει ενδεχόμενη συνδρομή τους. Έγινε πάλι κι εδώ απερίγραπτο μακελειό και βάσταξε ως μια ώρα του χάροντα ο χορός για να μείνουν τελικά οι Έλληνες αφέντες του Φραγκοκάστελλου. Πέρασε η πρώτη μέρα, η δεύτερη, η τρίτη όμως όλους αυτούς που έπιασαν το Κάστρο άρχισε να τους βασανίζει η πείνα και η δίψα μαζί επίσης και η αβάσταχτη μπόχα των κουφαριών που είχαν μείνει άθαφτα κι η γης άρχιζε να τους γυρεύει πίσω. Σφάζουν οι στενεμένοι του κάστρου γιδοπρόβατα, τα ρίχνουν για λίγο κάτω από το φοβερό, σχεδόν αφρικάνικο ήλιο, για να τα βάλλουν κατόπιν στο στόμα τους μήπως και ημερέψουν τη την πείνα τους ενώ παράλληλα με αποστολές αυτοκτονίας προσπαθούν να κουβαλήσουν λίγο νερό. Από την άλλη οι πολιορκητές βιάζονται κι αυτοί να τελειώσουν το ταχύτερο δυνατόν μια και υποψιάζονται τον κίνδυνο που τους απειλεί από τα Σφακιανά τουφέκια που ολοένα και πληθαίνουν. Γι΄αυτό δίνουν και το ελεύθερο στους πολιορκημένους του κάστρου να φύγουν με όλο τον οπλισμό τους μα με τον όρο όμως να μείνουν οι Σφακιανοί συμπολεμιστές τους. Η απάντηση φυσικά δεν μπορούσε παρά να ήταν : «Για όλοι λεύτεροι για όλοι νεκροί!» που επαναλάμβαναν στερεότυπα και που συνοδευόταν μάλιστα με μπαταριές που έριχναν κάθε φορά στα πισινά των απεσταλμένων του Μουσταφά. Τότε παίρνεται η μεγάλη απόφαση και μεσάνυχτα στις 19 προς 20 του Μάη, ένας γενναίος ή ένας τρελός (ο ίδιο κάνει) περνά τις γραμμές των Τούρκων ολόγυμνος και ξυπόλητος πηγαίνοντας γραμμή κατά την μεριά της θάλασσας. Οι Τούρκοι σαστισμένοι στην αρχή τον παίρνουν κατόπιν στο κυνήγι και οι μπάλες αρχίζουν να πέφτουν ολόγυρα ακόμα κι όταν ο Διληδάς ,αυτό είναι το όνομα του, αισθάνεται να διαπερνά το κορμί του το κρύο χάδι του Λιβυκού. Έφτασε κολυμπώντας στο Λουτρό και στο Μπρόσγιαλο, και οι λιγοστοί κάτοικοι, γυναίκες κατά το πλείστον και γέροι που βρέθηκαν εκεί μετά από μάχες που μόλις είχαν τελειώσει, άκουσαν άφωνοι και κατόπιν ζώστηκαν πάλι τα άρματα τους για να τρέξουν και να βοηθήσουν τους πολιορκημένους του κάστρου. Στο μεταξύ ο Πασάς ανησυχούσε όλο και περισσότερο πάνω στην αδυναμία του να ξεκαθαρίσει τα πράγματα και στην βέβαιη πρόβλεψη μεγαλυτέρων συμφορών από το γοργό ξεσηκωμό που έβλεπε να ετοιμάζουν οι Σφακιανοί εναντίον του. Προστέθηκε και η συντριβή του στρατού του στις 22 του Μάη στα μέρη του Πατσιανού κι έτσι στις 24 αναγκάζεται να δεχτεί τους όρους των πολιορκημένων και τους αφήνει να φύγουν όλοι από το κάστρο, με όλο τον οπλισμό τους, τους αρρώστους και τους τραυματίες τους. Νεκροί στη πρώτη μέρα της μάχης τριακόσιοι τριάντα οκτώ Τούρκοι και οχτακόσιοι Τουρκαλβανοί όμως η μεγάλη πανωλεθρία του Μουσταφά συντελέστηκε στην συνέχεια.
Κάπως έτσι παίχτηκε το δράμα του Φραγκοκάστελλου κι από τότε, τουλάχιστον από όσο είναι γνωστό, κάθε χρόνο, την ίδια πάντα μέρα και ώρα, στο πρώτο πρωινό φως, ένα πλήθος σκιών παρελαύνει στον ορίζοντα κατά την μεριά της ανατολής. Είναι πεζοί και καβαλαραίοι, με φέσια, περικεφαλαίες, με γιαταγάνια και αρματωσιές. Ένα είδος δηλαδή τοιχογραφίας σε κίνηση και δράση. Το φαινόμενο διαρκεί οκτώ περίπου λεπτά έως ότου οι πρώτες ακτίνες του ήλιου αρχίσουν να διαγράφονται στον ουρανό οπότε και οι σκιές αρχίζουν να θαμπώνουν έως ότου σιγά σιγά σβήσουν εντελώς.
Η επιστήμη δεν κατάφερε ακόμα να εξηγήσει τούτο το φαινόμενο και το πιθανότερο ότι δεν θα καταφέρει να το εξηγήσει ποτέ. Κανένας από όλους τους επιστήμονες που ασχολήθηκαν με αυτό το μυστήριο δεν κατάφερε να δώσει εξήγηση πειστική για τους θρυλικούς Δροσουλίτες. (Ειπώθηκαν έτσι από την πρωινή δροσιά.) Και μονάχα η αστείρευτη φαντασία που γεννάται από την ρωμαλέα διάθεση των Σφακιανών και που πιστεύει ότι οι σκιές τούτες είναι οι γενναίες ψυχές εκείνων που έπεσαν στην μάχη του Φραγκοκάστελλου και θέλουν να φανερώσουν την παρουσία τους σε κάθε τραγική επέτειο του χαμού τους, είναι ίσως η πιο πιθανή, η πιο πειστική και προ πάντων η πιο ανθρώπινη εκδοχή , από όλες εκείνες που οι ξένοι ερευνητές διατύπωσαν…

Δευτέρα, 6 Απριλίου 2009

Παρέκκλιση μοιρών τόσων…


Ούτε λίγο ούτε πολύ ήμουν σίγουρη ότι τους ήξερα.
Όμως μάλλον εκ της προσωπικής μου αβεβαιότητας αντλούσα
την βεβαιότητα επί της τεχνικής του ιστού της αράχνης.
Σε μια όψιμη αναλαμπή της αιωνιότητας στη Σελήνη,
σε ολική έκλειψη, με μια περιδινούμενη παραφροσύνη,
ονειρεύτηκα ότι συνοδοιπόροι και συνταξιδιώτες
στο άρμα του χρόνου υπήρξαμε.
Μετά, κάπου στην παραμορφωτική αδιαλλαξία του χάους
οι πορείες μας παρέκκλιναν μοίρες τόσες.
Δημιουργήθηκε συνωστισμός στην αφή,
στη γεύση, την όσφρηση, την όραση και την ακοή
προκαλώντας αδιέξοδο στην ουρά της τράπεζας που
συναλλάσσαμε τα δούναι και λαβείν του μετεωρισμού μας.
Κι ούτε λίγο ούτε πολύ ήμουν σίγουρη ότι τους ήξερα.
Προφανώς ίσως και να συγκατοικήσαμε για λίγο
σε αποχρωματισμένη κάμαρα στο διατηρητέο στέγασης
των «περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων» και τα τοιαύτα,
απ΄ όπου κι οι μνήμες θα αντλούσαν
την βεβαιότητα μετονομαζόμενη και σε καθολική αυταπάτη.
Ελάχιστο το ιδεόγραμμα.
Αδρή η κοσμογονική επιχορήγηση που προσφέρεται
για τη συντήρηση των ρηγμάτων ετούτου του διατηρητέου.
Αναζήτησα το ελάχιστο και ανταμείφθηκα με το καθόλου.
Κι «ουδείς εκών κακός…»
Εξαπάτησες ή εξαπατήθηκες στη σοφία σου δάσκαλε;

Γαμοκούλουρα» και κανίσκια



Αρχική πρόθεση του κειμένου τούτου δεν ήταν να κάνει γνωστά τα περίφημα- τόσο περίφημα που μοιάζουν με έργα τέχνης- ξομπλιαστά κουλούρια που φτιάχνουν για τους κουμπάρους στους Ανωγειανούς γάμους μια και ήμουν εκ των προτέρων βέβαιη πως στη Κρήτη ειδικά δεν υπάρχει ουδείς που να μη τα γνωρίζει. Κατά συνέπεια πρόθεσης μου ήταν απλώς να πιάσω την άκρη του νήματος για να βρω την αρχή από πού κρατά και πότε ξεκίνησε το έθιμο αυτό… δυστυχώς όμως όσο κι αν προσπάθησα δεν κατάφερα να το μάθω παρ΄ ότι μίλησα με γυναίκες του χωριού έως και ογδόντα χρονών! «Έτσι το βρήκαμε κι εμείς κι έτσι το θυμόμαστε από τότε που θυμόμαστε τον εαυτό μας» ήταν η απάντηση τους κι εξ ανάγκης αρκέστηκα σ’ αυτήν.Για να πω την αλήθεια ωστόσο δεν στενοχωρήθηκα κι ιδιαίτερα μια κι εμένα τουλάχιστον προσωπικά από πού κρατά ή από πότε ξεκίνησε ένα έθιμο του τόπου μου δεν υπήρξε ποτέ το βασικό μου ζητούμενο…μου φτάνει που υπάρχει!Πόσο μάλλον δε όταν πρόκειται για έθιμο που έχει να κάνει με το γάμο μια και, παρά την άκρως φεμινιστική μου εμφάνιση, δεν αρνούμαι πως η γυναικεία μου υπόσταση έχει παραμείνει αλώβητη σε σημείο να διακατέχομαι από άφατη συγκίνηση κάθε που έρχομαι αντιμέτωπη με οτιδήποτε έχει έστω και τη παραμικρή σχέση με το θεό του Υμεναίου καθώς επίσης και το προφήτη που εφεύρε εκείνο το περίφημο κυκλικό χορό με τα συνοδευτικά ρύζια και ροδοπέταλα… στον Ησαϊα αναφέρομαι φυσικά αν και τα αυτονόητα δεν αξίζει να τα συζητάμε.Και για να ξεκαθαρίζω λοιπόν τη θέση μου νομίζετε πως αφού χωρίς διόλου να ντραπώ έβγαλα στη φόρα την «αχίλλειο πτέρνα μου», θα ντραπώ τώρα να παραδεχτώ πως ακούγοντας όλες αυτές τις υπερήλικες γυναίκες να μου μιλούν για «γαμοκούλουρα και κανίσκια» γυρνούσα δεκαετίες πίσω με το περίεργο μυαλό μου να καταγράφει σε εικόνα όλα όσα έβγαιναν από τα χείλη τους; Όχι βέβαια… όχι μόνο δε ντρέπομαι αλλά αντίθετα σε πείσμα των ηλεκτρονικών καιρών κι όλων όσων θα βιαστούν να μου πουν «Ρίκη, πρόσεξε γιατί μάλλον είσαι υπερβολικά ρομαντική και φαντασιόπληκτη και δεν αποκλείεται να κινδυνεύεις», θα προσπαθήσω όλα εκείνα που μέσα από τα λεγόμενα τους είδα κι εγώ για μια άλλη εποχή, σίγουρα πολύ πιο όμορφη από τη τωρινή, να σας κάνω να τα δείτε κι εσείς όσο γίνεται πιο ακέραια. Αρκεί φυσικά να θέλετε να με ακολουθήσετε… ======Είμαι σίγουρη λοιπόν πως εκείνοι που αποφάσισαν να έλθουν πίσω μου, βλέπουν ετούτη τη στιγμή όλες τις ξομπλιάστρες του χωριού, δυο ημέρες πριν από το γάμο -κι όχι απαραίτητα του δικού μου, σας προλαβαίνω- να μαζεύονται στο σπίτι της νύφης ή του γαμπρού, μα κατά γενική ομολογία πιο πολύ στου γαμπρού, να πιάνουν το σκληρό αλεύρι, να το ζυμώνουν με το χέρι κι αφού πια το μετατρέψουν σε μαλακή ζύμη να το πλάθουν κουλουριάζοντας το για να αρχίσουν στη συνέχεια, πάλι με το χέρι, να σχεδιάζουν πάνω του πουλάκια, ανθάκια, ή οτιδήποτε άλλο αρκεί μόνο το σχέδιο τους να συμβόλιζε την καλή τύχη, την ευτυχία και την μακροημέρευση του ζευγαριού.Εξακολουθούν να ζυμώνουν, να ζυμώνουν, να ζυμώνουν οι γυναίκες ετούτες, και φυσικά γύρω τους άντρας κανείς μια κι οι άντρες σε τέτοιες γαμηλιώτικες υποθέσεις είναι για να σφάζουν τα ωζά, να τεμαχίζουν το κρέας και να το μεταφέρουν με τα ταψιά στο φούρνο του χωριού για να ψηθεί… ο καθείς εφ’ ο ετάχθη αν έχετε ακουστά;Εξακολουθούν που λέτε να ζυμώνουν τα ξομπλιαστά γαμοκουλούρα οι γυναίκες, κι εγώ όπως εξάλλου μου φαίνεται εξακολουθώ να ονειρεύομαι, όμως δεν είναι από εκεί που βλέπω όσο περνά η ώρα το κέφι να φουντώνει κι από κάποια στιγμή κι έπειτα μια λύρα με γερακοκούδουνα να έρχεται για να συμμετάσχει με τους ήχους της στη χαρά τους, να κουρντίζει ο λυράρης τις κόρδες της κι οι γυναίκες οι ξομπλιάστρες, η μια μετά την άλλη, να αρχίζουν να τραγουδούν μαντινάδες της χαράς, του έρωτα και φυσικά του γάμου: «Σήμερα γάμος γίνεται σ’ ωραίο περιβόλι, σήμερα αποχωρίζεται η μάνα από τη κόρη…» Το κέφι έχει φτάσει στο ζενίθ του- μη μου πείτε ότι δε το βλέπετε;- και δικαιωματικά μάλιστα αφού η δουλειά έχει τελειώσει κι ένα τραπέζι στρωμένο πλουσιοπάροχα, με όλα τα καλά του Θεού πάνω του, τις περιμένει για να καθίσουν και να τις ανταμείψει για το κόπο τους.Εδώ που τα λέμε ήταν όντως μια δύσκολη μέρα όμως χαλάλι στη κουμπαριά ο κόπος, χαλάλι στο καρδιακό το φίλο, χαλάλι στον εκλεκτό το συγγενή που για χάρη του γίνανε όλα ετούτα τα χειροποίητα έργα τέχνης που την ώρα που θα προσφέρονται θα μοσχοβολούν από μακριά Ανωγειανό φιλότιμο και πεντακάθαρο, θυμαρίσιο αέρα! ======Και μπορεί φυσικά οι τυχεροί που θα γευτούν εξ ολοκλήρου το ξομπλιαστό γαμοκούλουρο να μην είναι παρά μονάχα οι κουμπάροι και κάποια ειδική περίπτωση συγγενών κι όλοι οι υπόλοιποι ν‘ αρκεστούν να δοκιμάσουν απλώς από το «γαμοκούλουρο της κανάτας»- που το ονόμασαν έτσι επειδή αμέσως μετά το μυστήριο ο αδελφός του γαμπρού κρατά ένα από τα περίφημα κουλούρια και μαζί με μια κανάτα κρασί γυρίζει και κερνά τους καλεστικούς την ώρα που εκείνοι χορεύουν το «χορό της νύφης» έξω από την εκκλησία- αυτό όμως δεν σημαίνει πως οι περισσότεροι σχεδόν δικοί και φίλοι θα κάνουν τα «στραβά μάτια» και δεν θα ετοιμάσουν το «κανίσκι» που το απόγευμα της παραμονής του γάμου θα μεταφέρουν στο σπίτι των νεόνυμφων για το καλό.«Κανίσκι…τι πα κανίσκι» σαν να άκουσα ή έτσι μου φάνηκε; Μπα, το πιθανότερο δε μου φάνηκε, το άκουσα σίγουρα οπότε για να μην εισχωρήσουν στην εικόνα κενά και χάσουμε το νόημα μάλλον πως είμαι και υποχρεωμένη να απαντήσω στη παραπάνω ερώτηση.«Κάνεον» λοιπόν, υποκοριστικό του «κάνειον»=«κάνιστρον εκ καλάμου πεπλεγμένο δια την μεταφορά άρτου» διαβάζω σ’ ένα παμπάλαιο λεξικό που «όλως τυχαίως» βρέθηκε εδώ μπροστά μου… για να είμαι ωστόσο ειλικρινής επειδή ούτε κι εγώ δεν έλυσα την απορία μου δια μέσω του λεξικού- τι σχέση αλήθεια μπορεί να έχει το «κάνιστρον εκ καλάμου πεπλεγμένο δια την μεταφορά άρτου» με το κανίσκι της παραμονής του γάμου;-από μια πρόχειρη «έρευνα αγοράς» που διεξήγαγα στα γρήγορα, έμαθα ότι το κάνιστρο, ελλείψει άλλων μεταφορικών ειδών τότε, εκτός από τη μεταφορά άρτου μετέφερε κι άλλα πολλά πράγματα κι ένα από αυτά ήταν τα προικιά της νύφης από το πατρικό της σπίτι στο σπίτι του μέλλοντος συζύγου της.Κι αφού το κάνιστρον μετέφερε τη μια, μετέφερε την άλλη, μετέφερε, μετέφερε, με τα χρόνια σιγά- σιγά η μεταφορά αυτή πήρε τελικά άλλη έννοια κι έτσι, δε ξέρω για σήμερα αλλά κάποτε, όταν έφτανες πια να πεις « ο τάδε μου έφερε κανίσκι» σήμαινε « ο τάδε μου έφερε δώρο»…κι ελπίζω να έγινα κατανοητή.Το προσωπικό τους δώρο λοιπόν έβαζαν μέσα στο κανίσκι που ετοίμαζαν τη παραμονή του γάμου όλοι όσοι προαιρούνταν καλώς απέναντι στο νέο ζευγάρι και μη βάλει ο νους σας φυσικά πως ήταν κάτι αγορασμένο κατά παραγγελία από κατάστημα με λίστα γάμου…Γεμίζανε απλώς το πανέρι με εδώδιμα αποικιακά όπως ας πούμε ζάχαρη, ρύζι, μακαρόνια άντε κι ένα μεγάλο κομμάτι κρέας και τα πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού, ή της νύφης ανάλογα, για να βοηθήσουν τη κατάσταση την επαύριο που θα στήνονταν το μεγάλο γλέντι του γάμου στη πλατεία του χωριού.Το γεγονός φυσικά πώς θα στήνονταν τη μέρα του γάμου «το μεγάλο γλέντι» αυτό δεν εμπόδιζε με τίποτα να στηθεί και τη παραμονή άλλο ένα ακόμα εξίσου μεγάλο …άρα αν λάβουμε υπόψη μας πως και δυο και τρεις μέρες πολλές φορές συνεχιζόταν το γλέντι μετά το γάμο, αναρωτιέμαι τώρα εγώ για δύο πράγματα:Πρώτον, αλήθεια πόσα γλέντια στήνονταν κάποτε μια εβδομάδα πριν και μια εβδομάδα μετά από κάποιο γάμο, και δεύτερον μήπως θα θέλατε κι εσείς ο δικός σας ο γάμος να πάρει τέτοιες διαστάσεις χαράς και αυθεντικότητας;Μη βιαστείτε να μου αρνηθείτε, σκεφτείτε το λίγο πρώτα και θα δείτε πως ναι, κι εσείς θα το θέλατε…Εγώ πάντως ομολογώ και μεγαλόφωνα μάλιστα, «ναι θα το ήθελα…»