Κυριακή, 16 Αυγούστου 2009

ΤΟ ΤΕΚΝΟ ΤΗΣ ΑΓΑΡ


««…Ιδούσα δε Σάρα τον υιόν Άγαρ της Αιγυπτίας ως εγένετο τω Αβραάμ παίζοντα μετά Ισαάκ του υιού αυτής είπε τω Αβραάμ:
Έκβαλε την παιδίσκη ταύτην και τον υιόν αυτής ου γαρ μη κληρονομήσει ο υιός της παιδίσκης ταύτης μετά του υιού μου Ισαάκ..»
ΓΕΝΝΕΣΙΣ ΚΕΦ. Κ Α. Παρ. 9-10





Το πιθανότερο ότι δεν θα μάθαινε ποτέ… ποτέ και τίποτα!
Ποτέ και τίποτα δεν θα μάθαινε αν.. αν το «απρόσμενο» που οριοθετεί, διχοτομεί, αλλοτριώνει, με δυο λόγια καθορίζει την πορεία της ζωής, δεν έπιανε το κλειδί του κώδικα για να λύσει κι εδώ τους γρίφους από μόνο του κάποια στιγμή.
Ένα «κάτι» φυσικά απροσδιόριστο κι ανεξήγητο, ασύλληπτο με δυο λόγια αλλά σε κάθε περίπτωση σχετικό, μιλούσε μέσα της προσπαθώντας να την προειδοποιήσει όλα τα προηγούμενα χρόνια, πλην όμως πως θα μπορούσε η λογική της να φτάσει και ίσαμε εκεί;
Οι προειδοποιήσεις ήταν απρόσωπες, έμοιαζαν με σκιές κατευθυνόμενες που πλανώνταν στον αέρα, πέρα δώθε…πέρα δώθε… τις ένιωθε, τις άκουγε, δίχως ασφαλώς να μπορεί να τις περιγράψει, δεν έπαυαν ωστόσο να είναι σκιές οπότε και μόνο ο φόβος που της προκαλούσε η ισχύς τούτων των φαντασμάτων την απομάκρυνε από κάθε περαιτέρω επιθυμία εξερεύνησης.
Γιατί να ψάξει; Γιατί να μάθει; Κατέληξε ότι όλα αυτά ήταν ανόητα γεννήματα του μυαλού της , τα οποία δημιούργησε η υπερβολική ευαισθησία κατά τη περίοδο της εφηβείας που την πέρασε σε βαθμό υψηλού κινδύνου, κι έτσι εν μέρει ησύχασε.

Την διαφορά βέβαια της συμπεριφοράς των γονιών της απέναντι στην ίδια και στον αδελφό της, την είχε διαπιστώσει πολύ πιο πριν από τη περίοδο της εφηβεία, από τότε ακόμα που θυμόταν τον εαυτό της, οπότε όσο κι αν προσπάθησε δεν κατάφερε τελικά να την κατατάξει ολοκληρωτικά στα αποκυήματα της φαντασίας της. Δυστυχώς , αντίθετα από τις σκιές που πλανώνταν ασύλληπτες, ήταν γεγονός εμφανέστατο και χειροπιαστό αυτή κι ειδικά μάλιστα εκ μέρους της μητέρας της…
Έτσι, επειδή ίσως δεν μπορούσε να φερθεί αλλιώς, ίσως όμως κι επειδή ήταν έτσι ανεκτική από χαρακτήρα, για όσο ήταν παιδί δεχόταν δίχως τη τόλμη της παραμικρής αντίδρασης όλα τους τα ξεσπάσματα για κάθε τι κακό που συνέβαινε σπίτι και που απαραίτητα έπρεπε πάντα να το έχει προκαλέσει αυτή.
Αργότερα πάλι που άρχισε να μεγαλώνει και να μην είναι τόσο παθητική, συνειδητοποίησε πως ούτε και τώρα τα περιθώρια που της δίνονταν δεν της επέτρεπαν να φερθεί διαφορετικά, επίσης όμως συνειδητοποίησε πως κι αν ακόμα της το επέτρεπαν εκείνη ξανά, και ξανά και ξανά, όπως τότε που ήταν παιδί, το ίδιο θα επέμενε να δικαιολογεί.
‘Ήταν επιτακτική η ανάγκη της να δικαιολογεί γι’ αυτό ακριβώς και την συμπεριφορά των ανθρώπων που τη γέννησαν, εδώ και καιρό την βόλευε να την αποδίδει στις κοντόφθαλμες ιδέες που διαχωρίζουν το θηλυκό από το αρσενικό και τις οποίες , έτσι ήθελε να πιστεύει, τους επέβαλλε να υιοθετήσουν ο στενός, επαρχιακό τους περίγυρος.
Και δε μπορεί να πει, μέχρι ενός σημείου τα κατάφερε καλά με τούτη τη θεωρία , έλα σου όμως που το χάσμα ανάμεσα στην ίδια και στους γονείς της εξακολουθούσε ασταμάτητα να γίνεται όλο και πιο ευδιάκριτο… όλο και πιο ευδιάκριτο… κι όσο περνούσαν τα χρόνια κι εκείνη μεγάλωνε άλλο τόσο μεγάλωνε και το χάσμα έως ότου έφτασε κάποτε στιγμή που δεν έπαιρνε για να μεγαλώσει παραπάνω.
Την εποχή που παντρεύτηκε είχε φτάσει πλέον στο αποκορύφωμα του!
Από εκεί κι έπειτα όμως έπαψε επιτέλους πια κι αυτή να ασχολείται με το υπαρκτό, ή έστω και ανύπαρκτο, σαράκι που για είκοσι τρία χρόνια ροκάνιζε αδυσώπητα τη ζωή της.
Στο εξής αποφάσισε πως τίποτα δεν θα την ενδιέφερε και με την βοήθεια της αγάπης του άντρα της φρόντισε κι έφτιαξε στο μυαλό της ένα στεγανό όπου μέσα του κλείδωσε όλες τις ασχήμιες του χθες για την δική της, πάνω απ’ όλα, ασφάλεια.
Η οικογένεια της, η οικογένεια δηλαδή που θα δημιουργούσε από ετούτη τη στιγμή και μετά, θα γινόταν πλέον η σωτήρια λέμβος της σκέφτηκε τελεσίδικα και ηρέμησε.
Ειδικά δε μετά τη γέννηση των τριών παιδιών της , για να γίνει το τελεσίδικο ακόμα πιο τελεσίδικο, αυτό το απροσδιόριστο «κάτι» που επί σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα συνέθλιβε την ψυχή της δεν έψαξε ποτέ ξανά για να το προσδιορίσει.
Το μόνο που ζητούσε ήταν να καταφέρει να αγνοήσει και μπορεί μάλιστα να υπερηφανευτεί πως το είχε καταφέρει μετατρέποντας το σπίτι της σε ένα τεράστιο οχυρό αγάπης που μέσα του φύλαγε σαν κόρη οφθαλμού όλο το περίσσευμα της συναισθηματικής στέρησης που την έπνιγε από τα νηπιακά της χρόνια έως και μέχρι πρότινος.
Όλη την αγάπη που από παιδί έπρεπε να δώσει αλλά δεν έδωσε, όλη την αγάπη που από παιδί έπρεπε να πάρει αλλά δεν πήρε, τώρα πια την κρατούσε συγκεντρωμένη στα χέρια της προσφέροντας την στα αγαπημένα της πρόσωπα , προς χάριν τους φυσικά, για να τα προφυλάξει, αλλά και προς χάριν της προσωπικής της ολοκλήρωσης.
Τώρα πια κανείς δεν την εμπόδιζε ούτε να αγαπήσει ούτε να αγαπηθεί, τώρα πια μπορούσε ανεμπόδιστα να τα απολαύσει και τα δυο…
Υπήρχαν ασφαλώς κάποια βράδια που η ασύλληπτη σκιά της περασμένης της ζωής πλανώνταν ακόμα ανεξέλεγκτη στα όνειρα της μαυρίζοντας της τον ύπνο, κατάφερνε όμως δυναμικά πια να την κουμαντάρει και να την έχει υπό έλεγχο.
Κι επιτέλους το έβλεπε και λίγο φυσικό η σκιά να συνυπάρχει με τη ζωή της αφού είχε γεννηθεί ταυτόχρονα με τη ζωή της , τώρα όμως που και οι γονείς της αλλά κι η ίδια και ο αδελφός της είχαν μεγαλώσει, θεωρούσε πως δεν χρειάζονταν πλέον να ανησυχεί.
Όλοι τους είχαν μεγαλώσει… συγκεκριμένα οι γονείς της περνούσαν πια τα ογδόντα, η ίδια πλησίαζε τα σαράντα πέντε κι ο δε αδελφός της μόλις είχε πατήσει τα πενήντα. Γι’ αυτό ακριβώς θεωρούσε ότι η ωριμότητα τους θα έπρεπε να τους αναγκάσει να κλείσουν επιτέλους, ή έστω να μικράνουν, το κύκλο της στενότητας των όποιων εμπαθειών τους χώριζαν κάνοντας τους να ασφυκτιούν.
Πίστευε ακράδαντα πως τα «φύλλα στο ημερολόγιο της ζωής» είναι ιεροσυλία να μετακινούνται. Ούτε προς τα πίσω, αφού κι αν ακόμα τα όσα συνέβησαν δεν έχουν σβηστεί εντελώς οφείλουμε να τα σεβόμαστε έστω και μισοσβημένα, αλλά ούτε και μπροστά αφού εκεί ειδικά προφυλάσσονται από το άβατο της ανυπαρξίας και της άγνοιας που σου επιβάλλει θες δεν θες να σκύψεις το κεφάλι μπροστά τους …ότι έγινε, έγινε δηλαδή κι ότι μέλει να γίνει θα γίνει που σημαίνει πως είναι λάθος να το προκαλείς όπως κι εξίσου να το ανασκαλεύεις…
Οι σκέψεις που την καθοδηγούσαν ήταν απλές, τετραγωνισμένες, σκέψεις γυναίκας καθημερινής, ευφυΐας λίγο ίσως παραπάνω του κανονικού, επαγγέλματος «οικιακά» και που για τίποτα στον κόσμο δεν θα επέτρεπε σε πράξεις είτε του παρελθόντος, είτε του παρόντος, είτε ή ακόμα κι αυτού του ίδιου του μέλλοντος, να διαταράξουν την ευτυχία που με τόσο κόπο κατάφερε να κερδίσει χωρίς καμία συμπαράσταση από πουθενά.

Και μακάρι φυσικά να ήταν στο χέρι της γιατί αν ήταν τότε η ίδια θα πάλευε με νύχια και με δόντια για να μην επιτρέψει στο προσωπικό της οχυρό να δεχτεί ρήγματα από πουθενά, δεν ήταν όμως…δυστυχώς δεν ήταν…
Τα θεμέλια της ευτυχία της, ολόκληρης της ζωή της διαταράχτηκαν κάποια στιγμή, κατέρρευσαν συθέμελα θα ήταν το σωστότερο, από το θάνατο των γονιών της πρώτα- πρώτα που έφτασε με διαφορά μηνών ο ένας από τον άλλο.
Ο θάνατος των γερόντων φυσικά δεν ήταν η αιτία, ήταν απλώς η αφορμή της καταστροφής αφού αμέσως μετά ήρθε και το άλλο, το χειρότερο.
Αυτό που επιβεβαίωσε ότι ο διαχωρισμός που ανέκαθεν έκαναν τούτοι οι άνθρωποι ανάμεσα στα δυο τους παιδιά δεν ήταν μόνο πέρα για πέρα υπαρκτός και κάθε άλλο από γέννημα της φαντασίας της όπως η ίδια είχε επιβάλλει κάποτε στον εαυτό της να πιστέψει, αλλά αντίθετα και πολύ μεγαλύτερος από ότι εκείνη είχε καταλάβει αφού δεν κατάφερε όχι να τον κάμψει μα ούτε καν να τον μαλακώσει η ιδέα που με τα χρόνια μετατρέπεται σε βεβαιότητα κάνοντας λίγο ως πολύ όλους τους ανθρώπους καλύτερους:
Η βεβαιότητα του θανάτου!
Μερικές μέρες μετά το θάνατο του πατέρα της που πέθανε δεύτερος,
τα διαπίστωσε όλα στην αίθουσα μέσα κάποιου συμβολαιογραφείου, κι επίσημα μάλιστα, με βούλες και χαρτόσημα και της ήρθε όχι απλώς να τρελαθεί αλλά να πέσει από το μπαλκόνι.
Τα πάντα είχαν τακτοποιηθεί ένα χρόνο πριν με ακρίβεια κι επισημότητα, με βούλες δηλαδή και χαρτόσημα, σε μορφή τυπικών μα συγχρόνως ουσιαστικών αγοροπωλησιών κι όχι διαθήκης ούτως ώστε με τίποτα να μη μπορέσει να πειραχθεί το αδιάβλητο τους.
Και ξαφνικά, το μισοξεχασμένο πλέον απροσδιόριστο, ζωντάνεψε για μια ακόμα φορά κι έγινε ακόμα πιο απροσδιόριστο πάνω στην σαρωμένη, από τον εγκέλαδο του μίσους, επιφάνεια της ψυχής της.
«Μα γιατί, γιατί, γιατί..» άρχισε να αναρωτιέται με πόνο ασταμάτητα κι όχι βέβαια για το οικονομικό μέρος της απόρριψης των γονιών της μα για το άλλο, εκείνο εκεί της απόρριψης από την αγάπη τους που την έκαιγε πάντα.
« Μα γιατί ρε Κάλλια, γιατί…έξω από όλα; Δεν είναι δυνατόν» αναρωτήθηκε τούτη τη φορά κι ο άντρας της από τον οποίο επιμελώς τόσα χρόνια φρόντιζε να αφήνει μακριά τις άσχημες καταστάσεις δικαιολογώντας του πολύ συχνά τα αδικαιολόγητα « Δεν θα το αφήσουμε έτσι όμως, θα κάνουμε τα πάντα , θα προσβάλουμε ότι γίνεται να προσβάλουμε…ποιος εξάλλου με βεβαιώνει εμένα ότι δεν ξεκούτιαναν οι γέροι στο τέλος με αποτέλεσμα να μη ξέρουν τι κάνουν, με βεβαιώνει κανείς; »
Θέλησε προς στιγμή να πιαστεί από την ιδέα που ο ίδιος της έδινε αφήνοντας τον να πιστέψει ότι ναι, όντως οι γέροι της τα έχασαν στο τέλος και όντως δεν ήξεραν τι έκαναν, σκέφτηκε όμως πως θα μπορούσε κάλλιστα να αποδειχθεί η πραγματικότητα με μαρτυρίες οπότε το απέφυγε.
Αμέσως μετά θέλησε να προσπαθήσει μπας και βρει κάποια άλλη, καινούργια δικαιολογία είδε όμως ότι θα ήταν κίνηση άσκοπη, μάταιη και γελοία και πάλι το απέφυγε.
Στο κάτω- κάτω πως μπορούν να δικαιολογηθούν οι γονείς που ξεχνούν εντελώς το ένα από τα δυο παιδιά τους την ώρα που συντάσσουν την διαθήκη τους μετατρέποντας την σε αγορά προς όφελος του ενός και εις βάρος του άλλου;
Για κλάσματα δευτερολέπτου της πέρασε η ιδέα μήπως τούτη ήταν η πλέον κατάλληλη στιγμή για να μοιραστεί με τον άντρα της τις σκιές που την βάραιναν την σταμάτησε όμως η αμφιβολία μήπως αυτός δεν την καταλάβαινε και τα πράγματα χειροτερέψουν αντί να φτιάξουν μετά την εξομολόγηση της.
Η ανασφάλεια τελικά, απόρροια των παιδικών της χρόνων, εγκαταστάθηκε ξανά στην ψυχή της κάνοντας την να προτιμήσει σαν σωστότερη αντιμετώπιση την σιωπή της υποτιθέμενης άγνοιας για να βρίσκεται και κάπου ανάμεσα στην μισή αλήθεια.
« Γιατί.. μήπως ξέρω κι εγώ γιατί βρε Γιάννη.. μακάρι να ήξερα αλλά δεν ξέρω τίποτα, πίστεψε με» απάντησε μόνο στην δικαιολογημένη αγανάκτηση του άνδρα της και κανένα ψέμα στην ουσία δεν σπίλωνε την απάντηση της.
Στ΄ αλήθεια μήπως ήξερε;

Και θα παρέμενε για πάντα εκεί, στην άγνοια που εν τέλει ποτέ δεν έμαθε τον λόγο της χρησιμότητας για την οποία την εγκαθίδρυσαν γύρω της, αν…αν…
Κι όχι φυσικά ότι έκανε τηλεφωνική υποκλοπή, κάτι τέτοιο δεν θα περνούσε ποτέ από το μυαλό της, και για ποιο λόγο άλλωστε;
Απλώς σε μια από αυτές τις σατανικές συμπτώσεις που προκαλεί η ζωή γύρω μας, μπερδεύτηκαν οι γραμμές του ΟΤΕ τότε που της αποκαλύφθηκαν τα πάντα μέσα από το παρακάτω διάλογο:
«Καλά, μπορείς να μου πεις τώρα γιατί αντιδράς έτσι , στο κάτω- κάτω τη γνώμη μου δεν ζήτησες; Εμένα λοιπόν αυτή είναι η γνώμη μου όσο κι αν εσένα δεν σου αρέσει και δεν σε βολεύει να την ακούς.»
« Ποια γνώμη καλέ, ποια γνώμη, αυτή η από χιλιόμετρα μακριά; Τη χέζω εγώ τέτοια γνώμη…Αν θες κυρά μου να είσαι αμερόληπτη φέρε πρώτα τον εαυτό σου στη θέση του άλλου και μετά άνοιγε το στόμα σου.»
«Λυπάμαι που θα σε απογοητεύσω αδελφούλα αλλά δεν υπάρχει μακρινή ή κοντινή θέση σε τέτοια ζητήματα, η θέση τους είναι μία κι αμετακίνητη απ΄ όποια πλευρά κι αν το δεις το πράγμα, εντάξει;»
«Κατά την άποψη σου δηλαδή επειδή έκανε κι ο πεθερός μου ένα λάθος σαν άντρας, θα έπρεπε να το πληρώνει εφ’ όρου ζωής όχι μόνο αυτός αλλά και όλοι οι υπόλοιποι, έτσι;
«Εμένα η άποψης μου , την οποία μάλιστα στην έχω πει πολλές φορές, είναι πως ανέκαθεν η συμπεριφορά των πεθερικών σου απέναντι στη Κάλλια ήταν αδικαιολόγητα άσχημη, όμως κι αυτό πάλι το τελευταίο παραείναι χοντρό. Την πετάξατε σαν τη τρίχα από το ζύμη τη γυναίκα, αν είναι δυνατόν…Και δεν με ξεγελάς εμένα , είμαι σίγουρη πως δεν ήταν μόνο απόφαση των γέρων αλλά εσύ κι ο άντρας σου το χώσατε το δαχτυλάκι σας, έτσι; Εν πάση περιπτώσει εκείνο που δεν καταλαβαίνω είναι πως αφού το κάνατε που το κάνατε τώρα γιατί μπαίνεις στο κόπο να το συζητάς, μήπως συναισθάνεσαι το κακό που της προκαλέσατε και ενοχλείται από τύψεις τα βράδια ο ύπνος σου; Άσε τώρα που αν ανοίξεις τα αυτιά σου θα ακούσεις ότι σας κατακρίνουν όλοι όσοι γνωρίζουν, έτσι λένε αναθρέφει ο καθένας ξένο παιδί, κι όχι ένα μάλιστα αλλά δέκα… οπότε γιατί λοιπόν δεν την αφήσανε στην μάνα της; Σίγουρα η Κάλλια θα ήταν πολύ καλύτερα εκεί, δε το συζητάμε…. Με συγχωρείς, δεν θέλω να επεμβαίνω στα οικογενειακά σου αλλά με αναγκάζεις.»
«Βρε δεν πα να πνιγούνε όλοι και πρώτη και καλύτερη εσύ ; Τι ήθελες δηλαδή ρε ιδεολόγα, δεν φτάνει που το κρατήσανε το μούλικο..»
« Για όπα ρε αδερφή, όχι και μούλικο, του πεθερού σου παιδί δεν είναι η Κάλλια;»
«Ε και; Είναι παιδί από γάμο; Η λέξη σε πείραξε τώρα, το μούλικο χρυσή μου είναι πάντα μούλικο, όποιου παιδί κι αν είναι…δεν το ξέρεις; Δεν φτάνει λοιπόν που του κάνανε τη χάρη και το κρατήσανε, το μεγαλώσανε, ή θαρρείς πως θα ήταν καλύτερα κοντά στην μάνα της, αλλά για να είναι καλοί κατά την άποψη σου θα έπρεπε κι από πάνω να μοιράσουν την περιουσία του παιδιού τους με την κόρη μιας υπηρέτριας; Σε παρακαλώ... Και για να κλείσει μια δια παντός το θέμα, τις υπεράνω ανθρωπιστικές ιδέες αδελφούλα τις ασπαζόμαστε όλοι μας φτάνει βέβαια να αφορούν τον διπλανό μας , ποτέ όταν αφορούν εμάς κι όταν θίγουν τα προσωπικά μας συμφέροντα. Όλοι τις κρατάμε από μακριά κι επί θεωρητικού επιπέδου πάντοτε…τουλάχιστον εγώ πρακτικά δεν τις είδα ποτέ και πουθενά επικυρωμένες..

2 σχόλια:

melv@ki είπε...

To διάβασα, το απόλαυσα, αποφάσισα να παρακολουθώ το ιστολόγιο και να αρχίσω να σε διαβάζω. Σε βρήκα απ' τη γιαγιά Αντιγόνη και την ευχαριστώ πολύ γι' αυτό!!
Καλό καλοκαίρι!

Ρίκη Ματαλλιωτάκη είπε...

Οταν ενας ανθρωπος συγκινειται απο τετοιου ειδους διαβάσματα, τότε τον ευχαριστω εγω που βρεθηκε στο δρομο μου.......

Ευχαριστω λοιπον κι εσενα και τη γιαγια που σταθηκε αφορμη για την γνωριμια μας