Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2009

Ομφάλιος λώρος







Χωρίς υπερβολή, αν ειχα τις λέξεις που έχω γράψει στη ζωή μου-καθότι και το επάγγελμα βλέπετε- όχι σε ευρώ αλλά σε δίλεπτα, σήμερα θα ήμουν δισεκατομμυριούχος.

Θέλω όμως να πιστέψετε, το λέω μέσα από τα βάθη της ψυχής μου, πως κάθε φορά που τελειώνω κάτι,οτιδήποτε,  έχω την αγωνία της πρωτάρας. Ένα πράγμα σαν τη μάνα ας πούμε που όταν αποκοπεί ο ομφάλιος λώρος κι απλώνει το παιδί της τα φτερά του για να φύγει μακριά της, εκείνη παρακαλά από καρδιάς, να είναι κοντά του όλες οι δυνάμεις της φύσης για να το προστατεύσουν…
Επειδή λοιπόν αποκόπτεται εντός των ημερών ο ομφάλιος λώρος ανάμεσα σε μένα και το τελευταίο μου «παιδί», σας στέλνω μερικά σημάδια του για να το γνωρίσετε, κι αν χρειαστεί να το προστατεύσετε …κι η γνώμη σας είναι η προστασία του!


Αυτό λοιπόν είναι ένα μικρό, χαρακτηριστικό όμως, μέρος από το «πρόσωπο του παιδιού μου»:

......Αναστέναζε βέβαια αυτός, δεχόταν κι ανταπέδιδε με όμοιο, ίσως και περισσότερο, πάθος τα χάδια, την έσφιγγε στην αγκαλιά του με απόγνωση και λατρεία ιερού σκεύους αλλά…αλλά τίποτα πέραν τούτου.
Όπως χθες, όπως προχθές, όπως και κάθε άλλη φορά που ως τώρα υποτίθεται το «είχαν κάνει», το επίμαχο σημείο του κορμιού του δεν έλεγε να ζωντανέψει με τίποτα.
Στύση μηδέν….
Κι ήταν τελικά ζήτημα δευτερολέπτων η απόφαση της ολοκληρωτικής απελευθέρωσης που προηγήθηκε της σωματικής ικανοποίησης.
Τόσο που δεν κατάλαβε ούτε η ίδια πότε έγινε ότι έγινε .
Αισθάνθηκε μονάχα την ανάσα του που, λες για να συντονίσει τη δύναμη του, έβγαινε με φόρα από τα σπλάχνα των σπλάχνων του, ταυτόχρονα με το χέρι του που άνοιγε το συρτάρι του διπλανού κομοδίνου, και μετά….μετά άκουσε τη φωνή του που ψιθύριζε στο αυτί της βάζοντας στο δικό της το χέρι τώρα ένα τεράστιο, πλαστικό πούτσο:

« Δε γουστάρω άλλη υποκρισία Μαρίνα…όχι πια άλλη υποκρισία… πιάσε αυτό και χώσε το όσο πιο βαθιά μπορείς πίσω μου…μόνο έτσι μπορώ…»
                                                        ===========

Κι όμως, αργούσε πολύ ακόμα να ξημερώσει για να μπορεί να εξηγηθεί λογικά εκείνη η έντονη, φωτεινή αναλαμπή που έσπρωξε ξαφνικά τα σκοροφαγωμένα πατζούρια του διαμερίσματος της προπολεμικής πολυκατοικίας, τρύπωσε στο δωμάτιο που βρίσκονταν σε πλήρη συσκότιση, κι έπεσε πάνω στα δυο κορμιά που τη συγκεκριμένη στιγμή γίνονταν σάρκα μία με τόσο ανορθόδοξο τρόπο!



Το περίεργο όμως δεν σταμάτησε εκεί αφού, ταυτόχρονα με το ανεξήγητο φως, κάποιες εξίσου ανεξήγητες μουσικές νότες κατέκλυσαν το χώρο, και παρά τη προσωπική της κατάδυση στην ηδονή η Μαρίνα, όχι μόνο απέκλεισε εντελώς τη περίπτωση ψευδαίσθησης ή φαντασίωσης, αλλά αντίθετα, παίρνει όρκο πως και το φως είδε και τις νότες άκουσε.


Κι όταν λίγο αργότερα η ηδονή καταλάγιασε αφήνοντας περιθώρια στο μυαλό της να επεξεργαστεί το φαινόμενο, μη μπορώντας να του δώσει καμιά λογική εξήγηση, του έδωσε τη δική της δίχως να μπει στο κόπο να το ψάξει περισσότερο:


«Νότες, νότες και φως; Θαύμα! Δεν μπορεί να εξηγηθεί διαφορετικά παρά μόνο σαν θαύμα! Κοίτα λοιπόν που τίποτα δεν είναι «παρά φύση» όταν η ίδια η φύση ευλογεί με τ’ άγγιγμα της κάθε ένωση που λειτουργεί με αφετηρία το συναίσθημα…» ήταν η τελευταία σκέψη που έκανε λίγο πριν αγκαλιάσει σφιχτά τον άνθρωπο που βρίσκονταν δίπλα της για να παραδοθούν, αποκαμωμένοι κι οι δυο, στη λύτρωση του ύπνου για το υπόλοιπο της νύχτας που απέμενε......