Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

Στοιχειωμένα σπίτια στη Κρήτη: Μισό βήμα ο μύθος από τη πραγματικότητα….


Της Ρικης Ματαλλιωτάκη

Τα φαντάσματα κατά το κοινώς λεγόμενο είναι ασώματα πνεύματα νεκρών, θύματα συνήθως κάποιου στυγερού εγκλήματος, που επιλέγουν να παραμείνουν στο σπίτι που άφησαν τη τελευταία τους πνοή κάνοντας αισθητή τη παρουσία τους με διάφορους τρόπους, εκ των οποίων ο πιο γνωστός είναι η δημιουργία περιέργων θορύβων ή φωνών.


Ο λόγος τώρα που κάποια θύματα επιλέγουν να παραμείνουν ες αεί στο χώρο του θανάτου τους με αποτέλεσμα να τον στοιχειώνουν ενώ άλλα εξατμίζονται, αυτό για εκείνους που ασπάζονται το φαινόμενο «πόλτεργκαϊτ» αποτελεί ένα από τα πλέον ανεξήγητα μυστήρια της ζωής, για άλλους πάλι δεν αποτελεί τίποτα παραπάνω από ένα μύθο.Επειδή όμως ο μύθος σχεδόν πάντα απέχει μισό μόλις βήμα από τη πραγματικότητα, « με πράγματα που δεν μπορείς να ελέγξεις είναι καλύτερα να μη παίζεις» συμβουλεύουν όσοι έτυχαν ανάλογης εμπειρίας μια κι όπως καταλαβαίνεται το φαινόμενο «πόλτεργκαϊτ» δεν θα μπορούσε να μη συμβαίνει και στη Κρήτη όπως και σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο.

Και μπορεί βέβαια στοιχειά και φαντάσματα να είναι πράγματα που δεν τα συναντάμε κάθε μέρα, υπάρχουν ωστόσο αρκετά σπίτια στο νησί που οι ιδιοκτήτες τους για ευνόητους λόγους κρατούν μέσα τους εφτασφράγιστα τα μυστικά που τους παρέδωσαν οι αιώνες, κι αν τα γνώριζαν όλοι το πιθανότερο είναι πως οι δύσπιστοι θα άλλαζαν γνώμη.


Υ.Γ. Όποιος δεν αντέχει καλύτερα να μη διαβάσει τα κείμενα που ακολουθούν. 

«Με το που έμπαινε ο Απρίλης τα ουρλιαχτά μιας γυναίκας τρυπούσαν τα αυτιά όλων μας εκεί μέσα και δεν μπορεί βέβαια να ήταν ομαδική παράκρουση …»

Στη συνοικία της Αγίας Τριάδας, σε ένα από τα πολλά και μισό-ερειπωμένα σπίτια που βρίσκονται στη περιοχή, υπάρχει ένα διώροφο παλιό σπίτι που οι ιδιοκτήτες του το εγκατέλειψαν στη μοίρα του εδώ και πολλά χρόνια κι όχι βέβαια για να μεταφερθούν σε κάποιο άνετο διαμέρισμα αλλά επειδή δεν άντεχαν περισσότερο τα ανεξήγητα ουρλιαχτά που κάθε χρόνο, για όλο το μήνα Απρίλη, τρυπούσαν τα αυτιά τους.«Δεν θα σου πω και τίποτα καινούργιο, ότι θα σου πω όλοι εδώ στη γειτονιά το ξέρουν» λέει χαρακτηριστικά ο ιδιοκτήτης- που είναι ακόμα ιδιοκτήτης μια και το γνωστό του θέματος δεν τον βοήθησε να ξεφορτωθεί τη παλιά μονοκατοικία αν και θα το ήθελε πολύ- «οπότε δεν κινδυνεύω ούτε γραφικός να φανώ κι ένα παραπάνω ούτε τρελός. Το σπίτι αυτό λοιπόν το πήρε με κλήρο ο πατέρας μου όταν ήλθε από τη Μικρά Ασία, του έκατσε εξ ανάγκης δηλαδή και όχι από επιλογή, και από τότε ήδη όλοι οι ντόπιοι, με υπονοούμενα ασφαλώς κι όχι ευθέως μια και δεν τον ήξεραν ακόμα και δείλιαζαν να του πουν την αλήθεια, του συνιστούσαν να σηκωθεί και να φύγει το δυνατόν συντομότερο. Εκείνος βέβαια, στην αρχή που πρωτομπήκε μέσα, Νοέμβρης μήνας ήτανε αν δε κάνω λάθος, πίστεψε πως οι συστάσεις προέκυψαν από ζήλια για το μεγάλο και πολυτελές, για την εποχή του, σπίτι που πήρε κι αφού δεν έβλεπε τίποτα το περίεργο δεν έδωσε σημασία.Το περίεργο το είδε, ή μάλλον το άκουσε, για πρώτη φορά μερικούς μήνες μετά κι έκτοτε το βλέπαμε και το ακούγαμε όλοι για πολλά χρόνια, έως που φύγαμε… με το που έμπαινε ο Απρίλης τα ουρλιαχτά μιας γυναίκας τρυπούσαν τα αυτιά όλων μας εκεί μέσα και δεν μπορεί βέβαια να ήταν ομαδική παράκρουση. Αυτό λοιπόν, για τη πρώτη φορά μιλώ τώρα, συνεχίστηκε για όλο το μήνα και τότε μόνο ο πατέρας μου κατάλαβε τα υπονοούμενα των γειτόνων, ρώτησε και έμαθε πως το σπίτι αυτό κάποτε ήταν κάποιου Τούρκου άρχοντα που η μοναχοκόρη του αγάπησε ένα δικό μας, τόλμησε να αντισταθεί στη θέληση του πατέρα της απαιτώντας να την παντρευτεί και να αλλαξοπιστήσει, κι εκείνος για να την τιμωρήσει την έκλεισε στο υπόγειο βαρώντας της κάθε βράδυ τριάντα βουρδουλιές μπας και να την αναγκάσει να αλλάξει γνώμη. Το μαρτύριο φυσικά της κοπέλας δεν κράτησε για πολύ, πάνω κάτω μια βδομάδα άντεξε τις βουρδουλιές του πατέρα της και την υγρασία του υπογείου και μετά υπέκυψε, κι από τότε κάθε χρόνο, τον μήνα Απρίλη πάντα που έγινε το περιστατικό , όλοι εδώ στη γειτονιά άκουγαν τις ίδιες κραυγές πόνου που άκουγαν και όταν ζωντανή ακόμα τη χτυπούσε ο πατέρας της.Όπως καταλαβαίνεις οι συνθήκες της εποχής μας κράτησαν αναγκαστικά δέσμιους σε τούτο το σπίτι για κάμποσα χρόνια, μ’ αυτή την αίσθηση της φρίκης να μας ζώνει κάθε που ακούγαμε τα γυναικεία ουρλιαχτά χωρίς να μπορούμε να κάνουμε το παραμικρό για να τα αποφύγουμε. Μόλις όμως καταφέραμε και ορθοποδήσαμε λίγο φύγαμε κακήν κακώς- με πράγματα βλέπεις που δεν μπορείς να ελέγξεις είναι καλύτερα να μη παίζεις - κι ευτυχώς γιατί μπορεί να είχαμε και τρελαθεί…Αν με πιστεύεις τώρα ή δεν με πιστεύεις δικαίωμα σου, πέρνα όμως οποιοδήποτε βράδυ του Απρίλη θέλεις έξω από το σπίτι κι αυτά που σου λέω θα τα διαπιστώσεις και μόνη σου.

«Ακούμε αντρικές φωνές που ζητούν βοήθεια, και βλέπουμε σκιές ανθρώπων να κυκλοφορούν τη νύχτα.»

Στο κέντρο σχεδόν της παλιάς πόλης του Ρεθύμνου υπάρχει ένα οίκημα, τουριστικό μαγαζί σήμερα, το οποίο από χέρι σε χέρι έχει φτάσει ως τους τωρινούς ιδιοκτήτες του από το 1718 μια και στο έτος αυτό αναφέρεται εγγράφως και το πρώτο συμβόλαιο ιδιοκτησίας του. Ψάχνοντας πίσω στο χρόνο οι τωρινοί ιδιοκτήτες ανακάλυψαν πως έλκουν την καταγωγή τους από τους Βενετούς και πως το σπίτι αυτό ανήκε σε ένα Βενετοκρητικό πρόγονο τους ο οποίος όταν υποψιάστηκε πως η όμορφη γυναίκα του τον απατά, την έκτισε μέσα σ’ ένα τοίχο και στη συνέχεια εξαφανίστηκε. Δεν είχαν παιδιά κι έτσι το σπίτι παρέμεινε εγκαταλελειμμένο στο έλεος του χρόνου και των τότε πολεμικών καταστάσεων που έπλητταν τη Κρήτη για πάνω από εκατό πενήντα χρόνια έως που κάποιοι άλλοι συγγενείς αποφάσισαν να ζήσουν εκεί μέσα. Ένα ημερολόγιο που υπάρχει σήμερα στα χέρια των τωρινών ιδιοκτητών, και το οποίο το διάβασα με τα μάτια μου, δίδει με ακρίβεια όλες τις παραπάνω πληροφορίες καθώς επίσης και πως το σπίτι εγκαταλείφτηκε για δεύτερη φορά όταν οι νέοι ένοικοι ανακάλυψαν πως σε τακτά χρονικά διαστήματα ακούγονταν καθαρά πρώτα τα πέταλα ενός αλόγου που απομακρύνονταν και μετά, σαν μέσα από απόηχο, το λυπητερό κλάμα μιας γυναίκας…ένα κλάμα σαν κάποιον να εκλιπαρούσε. Το σπίτι, απόμεινε μονάχο του με τα φαντάσματα που έκρυβε έως τα μισά του 20ου αιώνα κι αφού πια όλοι όσοι γνώριζαν τα μυστικά του είχαν πεθάνει κάποια στιγμή κατοικείται ξανά. Επιτάσσεται όμως τη περίοδο τη κατοχής, χρησιμοποιείται ως φρουραρχείο και στα υπόγεια του βασανίστηκαν κι άφησαν τη τελευταία τους πνοή εκατοντάδες Κρήτες Αγωνιστές, παλικάρια της Εθνικής Αντίστασης, από τους Γερμανούς Εσατζήδες. Μετά την απελευθέρωση το κτίριο παρουσίασε κι άλλα ανεξήγητα φαινόμενα και οι ιδιοκτήτες βεβαιώνουν:«Πέρα από κείνη τη παλιά ιστορία- τα στοιχεία της οποίας είναι στη διάθεση οποιουδήποτε θέλει να ψάξει σοβαρά το θέμα- της γυναίκας που βρήκε το άδοξο τέλος και που δεν σταμάτησε να φανερώνεται ως και σήμερα, συχνά επίσης ακούμε αντρικές φωνές που ζητούν βοήθεια, και βλέπουμε σκιές ανθρώπων να κυκλοφορούν τη νύχτα. Όλα αυτά βέβαια εμείς τα έχουμε συνηθίσει και δεν μας προκαλούν πια και τόση εντύπωση, έχουμε δηλαδή εξοικειωθεί με όλα ετούτα τα φαινόμενα αφού ποτέ κανείς μας δεν έπαθε τίποτα, επειδή όμως καλό είναι να «φυλάς τα ρούχα σου για να έχεις τα μισά» εδώ και πολλά χρόνια στο κτίριο αυτό στεγάζουμε μόνο την επιχείρηση μας κι εμείς μένουμε αλλού.»

«Βλέπουν το φάντασμα μιας γυναίκας να περιφέρεται μέσα κι έξω από το σπίτι, που έκτοτε κανείς δεν τόλμησε να κατοικήσει, και κλαίγοντας να φωνάζει το όνομα του ανθρώπου που για χάρη της έχασε τη ζωή του.» 

Εκτός του ότι στα αρχεία παλιών εφημερίδων το γεγονός θα υπάρχει σίγουρα, οι μιας κάποιας ηλικίας Ηρακλειώτες-κάπου εκεί γύρω στα εβδομήντα με ογδόντα- σίγουρα θα θυμούνται ακόμα το ερωτικό δράμα που εκτυλίχτηκε κάποτε στη πόλη μας και που η κατάληξη του ήταν ο θάνατος. Η ιστορία πρέπει να συνέβη γύρω στο 1935 με 1937- δεν κατάφερα να μάθω ακριβή χρονολογία και η αλήθεια ότι δεν μπήκα στο κόπο να ψάξω σε αρχειακό υλικό- σε κάθε περίπτωση ωστόσο πριν τη Γερμανική κατοχή στη Κρήτη.Σύμφωνα λοιπόν με τα όσα μου εξομολογήθηκαν κάποιοι αξιόπιστοι γνώστες του θέματος, ένας νεαρός ρομαντικός της εποχής εκείνης αφού έκανε πρόταση γάμου στη καλή του κι αυτή για άγνωστους λόγους αρνήθηκε, απογοητευμένος ανέβηκε κι έπεσε από ένα σημείο των τειχών. Η κοπέλα στη συνέχεια μην αντέχοντας τις τύψεις και θέλοντας ίσως να τιμωρήσει τον εαυτό της, κλειδώθηκε μέσα στο σπίτι της και παρέμεινε εκεί για χρόνια δίχως να έχει τη παραμικρή επαφή με τον έξω κόσμο. Η δυσωδία της σήψης ήταν η αφορμή που ανάγκασε κάποτε τους διπλανούς να σπάσουν τη πόρτα και να τη βρουν νεκρή κι από τότε- δεν είναι και τόσα πολλά χρόνια πια κι η μαρτυρία είναι ζωντανή- οι πάντες εκεί γύρω βεβαιώνουν πως βλέπουν το φάντασμα μιας γυναίκας να περιφέρεται μέσα κι έξω από το σπίτι, που έκτοτε κανείς δεν τόλμησε να κατοικήσει και κλαίγοντας να φωνάζει το όνομα του ανθρώπου που για χάρη της έχασε τη ζωή του.»