Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2009

Μύθος 2






Δεν είναι σημερινή σκέψη, ούτε καν χθεσινή…




Από τότε που άρχισα να γράφω, ούτε που θυμάμαι πόσα χρόνια δηλαδή, γυροφέρνει στο μυαλό μου….κι είναι και πολλά αυτά τα χρόνια πανάθεμα τα, δε θέλω τώρα ν’ αρχίσω να τα μετρώ….
Απλά τώρα τελευταία, μετά την είσοδο μου εδώ και την συναναστροφή μας, άρχισε να αναζωπυρώνετε μέσα μου κι απόψε θέλησα να τη μοιραστώ μαζί σας.



Τι έλεγα λοιπόν; Α ναι
Έλεγα πως από τότε που ξεκίνησα να γράφω, κάτι που εγινε πολύ νωρίς- στα δέκα πήρα το πρώτο μου σχολικό βραβείο, στα δώδεκα άρχισα τη συγγραφή του πρώτου μου μυθιστορήματος-που δεν ολοκληρώθηκε ποτε- στα δεκατέσσερα είχα ήδη τελειώσει τη πρώτη ποιητική συλλογή μου- που μήτε ξέρω που βρίσκετε σήμερα, και στα δεκαοκτώ είχα πάρει τη θέση της "ερωτικής επιστολογραφίας" στη παρέα μου…
Μετά διένυσα μια δημιουργική ανάπαυλα, χαχαχα, γράφοντας απλώς ότι μου κατέβαινε κι όποια στιγμή μου κατέβαινε, σε χαρτοπετσέτες που λιγο μετά τις πετούσα, μέχρι τη στιγμή που ξεκίνησα πάλι κι έκτοτε δεν σταμάτησα ούτε ένα δευτερόλεπτο.
Όλα αυτά τα χρόνια όμως, και σ΄ όλες τις αμέτρητες λέξεις που έχω γράψει- γιατί δεν ξέρω αν το ξέρετε, αλλά κι η δουλειά μου με το γράψιμο έχει να κάνει, άρα δεν γράφω μονάχα από χόμπι αλλά κι εξ ανάγκης, μια μεγάλη ανάγκη επικρατούσε μέσα μου:
Αυτό που γράφω να αρέσει.
Έτσι στην αρχή κοίταζα το δάσκαλο στο μάτια την ώρα που διάβαζε την έκθεση μου περιμένοντας με αγωνια το μπράβο του…
Μετά τη μαμά μου και τις αδελφές μου που τις ανάγκαζα θένε δεν θένε  ν’ ακούνε τις μπούρδες που τους διάβαζα…
Μετά τις φίλες μου, να δω αν βρήκαν ανταπόκριση στο αίσθημα οι ερωτικές επιστολές μου…
Μετά…μετά….μετά το καθένα τέλος πάντων που θα μπορούσε να μου πει έστω και μια μικρή θετική λεξούλα για εκείνο που έγραψα, ή σκόπευα να γράψω…
Και όχι, πιστέψτε με, δεν έχει να κάνει στο ελάχιστο η ανασφάλεια στο συγκεκριμένο …με δεδομένο ότι όλοι δεν είναι δυνατόν να αρέσουν σε όλους, ξέρω πλέον καλά τις δυνατότητες μου…
Ποτέ όμως δεν μπόρεσα να καταλάβω εκείνο το περίφημο:
«Γράφω για μένα…»
Κι όχι μόνο δεν μπόρεσα να το καταλάβω, αλλά αντίθετα, το θεωρώ υποκρισία και μύθο.
Μέγα μύθοοοοοοοο λέμε!
Τι θα πει γράφω για μένα;;;;
Γράφω σημαίνει βέβαια «είμαι μόνος μου αλλά εμπεριέχω μέσα μου ολάκερο τον κόσμο….» ή , τουλάχιστον για μένα αυτό σημαίνει…
Γράφω σημαίνει πως αυτό που βγαίνει από μέσα μου αγγίζει τον άλλο…
δονεί τις κεραίες του….ταρακουνά το είναι του….
Διαφορετικά δεν έχει και νόημα ύπαρξης….όπως ακριβώς δεν έχουν και νόημα ύπαρξης τα κοσμήματα, όσα όμορφα κι αν είναι, αν δεν ακουμπήσουν και δεν αναδειχθούν πάνω σε μια ανθρώπινη σάρκα…
Γι΄ αυτό λοιπόν, δεν ξέρω τι κάνετε εσεις, εμένα πάντως το δικό σας το μπράβο και η δική σας η αγάπη, μου είναι απαραίτητα.





Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2009

Συνδέθηκε έως ακόμα και το ιντερνέτ με την αθανασία!










Μπορεί να ήταν ακριβώς έτσι

Μα ίσως και να μην ήταν.

Καλού κακού

μη το κλείνεις το θέμα,

βάλ’ του ερωτηματικό…

Τη τελεία δε αστην για τις φορές

που με το θεό- ψέμα φιλήθηκες

κι ασχολήσου πλέον με την ελπίδα

έστω κι αν σου είπαν πως

είναι ελπίδα επιλήψιμη



Μα όταν ο ήχος της

το καιρό των παγετώνων

απομάκρυνε

κι αιώνων αδιάκριτων κοχύλια

-σωμάτων πια περιγράμματα-

σε παραλία δίχως ληξιαρχικά γραφεία ανέσυρε,

ποιος μπορεί να ξέρει από πότε βρίσκονταν

θαμένα εκεί άραγε;



Από πάντα;

Ή πριν το πάντα.

Εν πάση περιπτώσει

Ελάχιστο το κενό ανάμεσα τους

για να το πάρεις τοις μετρητοίς

και θα μου συνιστούσα

να μην ελέγχω τόσο αυστηρά το έτος.

Έτσι κι αλλιώς ανθρώπους μεταφέρει,

τι ωφελούν τα νούμερα από κάτω.



Σημασία έχει ότι σ’ αγγίζω

Aμφορέας το είναι μου που σε

κουβαλά στων αιώνων τη κίνηση.

Από το πρώτο ως το τελευταίο σκίρτημα

του θαλάσσιου φλοίσβου.

Λάδι και νερό καρτερώ να σ’ αλείψω

πριν στρέψεις το βλέμμα ψηλά

και γευτείς νίκη.


Και μείνε εκεί.

Δεν δηλητηριάζεται η πανσέληνος

από αμφιβολία εκεί

Πολύτιμους λίθους θα δεις

τα κύτταρα σου να γίνονται εκεί

τώρα π’ ανέμου οίστρος

νεογέννητο έκανε το χρόνο

επαληθεύοντας τα αλλόκοτα.

Ιδού:

Συνδέθηκε έως ακόμα και το ιντερνέτ με την αθανασία!

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2009

Οπερ εγένετο


















Εν αρχή ην ο λόγος της ψιθύρισαν μόλις γεννήθηκε τα ψέματα

.

Έκλεψαν τα μάταια τη σκέψη από το βρέφος,

πίστεψε η έφηβη κάθε τι που της είπαν




κι αρχίζοντας να ασκείται στο προπύργιο της άμιλλας,

ανέτρεψε μέσα της τα εύλογα.


Έντυσε με στολή δικής της επινοήσεως την ψευδαίσθηση αλήθεια,

την αθλιότητα παράδεισο,




ξέχασε πως για όλα όσα συμβαίνουν στη ζωή της φταίνε οι λέξεις

και στάθμευσε εκεί λιτά μα επίμονα να χάνονται οι μέρες της.

Άρον –άρον το πέρσι να το μεταμορφώσει σε τώρα.

Άρον -άρον το τίποτα να το κάνει πολύ.

Άρον- άρον το μπάτσο να τον νιώσει φιλί.

Άρον- άρον με τις λέξεις στη σκιά

να δώσει περίγραμμα οντότητας η ώριμη.




***

Κι ερρίφθη ο κύβος της κατάθλιψης.




Παρόντες όλοι οι απόντες.

Σημαντικά όλα τα ασήμαντα.

Απαραίτητα όλα τα άχρηστα.

Κι ήταν πλέον αργά να ζητήσει πιστοποιητικό γνησιότητας

ή αλλιώς- πως το λένε αλήθεια;- προγραμματισμό συναισθήματος.

Οι επιταγές της ήταν ήδη χωρίς αντίκρισμα




όταν άρχισε να στέλνει κενά γράμματα

σε φακέλους χωρίς διευθύνσεις,

ανύπαρκτα γραμματοκιβώτια

και, βεβαίως, φανταστικούς παραλήπτες.

Κάθε βράδυ μόνο, λίγο πριν πάει για ύπνο

υπενθύμιζε στον εαυτό της:

«Αύριο…από αύριο…

από αύριο θ’ αρχίσω κι εγώ να προγραμματίζω.

Γιατί επιτέλους κάποτε πρέπει να μάθω κι εγώ να προγραμματίζω»

Και βέλαζε από πόνο και προσπάθεια

έως ότου θάρρεψε στο τέλος

κι η ίδια πως ήταν αρνί.




Εξάλλου, εκούσια ή ακούσια είχε πέσει τόσες

φορές σε στόματα λύκων κρυμμένων πίσω από ανθρώπινη μάσκα,

που το περίεργο θα ήταν να θεωρήσει τα πράγματα διαφορετικά.



***

Από περίεργη φυσικά μέχρι ακαταλαβίστικη ακούστηκε

και η φράση που επαναλάμβανε συνεχώς

όταν κάποτε συνελήφθη από τους Ζητάδες της λογικής




για μια σύντομη κούρα στο θεραπευτήριο της πραγματικότητας.

«Ζητώ πύλες για να εισέλθω κι άλλη πύλη από τον άνθρωπο δεν βρίσκω…

ζητώ πύλες για να εισέλθω κι άλλη πύλη από τον άνθρωπο δεν βρίσκω….»




φώναζε μα ήρθε ακόμα πιο ολέθρια η συνειδητοποίηση που της έγνεφε

να σιωπήσει καθώς το έβρισκε μάλλον απίθανο να καταλάβουν τι

εννοεί εκείνοι που την άκουγαν.



***

Πάλεψε με νύχια και με δόντια το πρώτο καιρό ν’ αρνηθεί τη σιωπή.

Στο κάτω –κάτω «εν αρχή ην ο λόγος»,




έτσι της δίδαξαν τα ψέματα από τότε ακόμα που μπουσουλούσε.

«Τι εφιάλτης….» μονολόγησε και για να τον διώξει

έραψε ακόμα μια στολή, πολύχρωμη τούτη τη φορά,

την φόρεσε στις λέξεις και τις μεταμόρφωσε σε εικόνα




που επέλεξε ωστόσο να την απολαμβάνει prive

και μάλιστα μέσα από πολυτελή τηλεόραση με γιγαντοοθόνη.

Δώρο καλών φίλων που φρόντιζαν βλέπεις ανελλιπώς

για την άνετη διαμονή της

στο ψυχιατρείο της φρόνησης.




***

Αλλά ήταν πλέον αργά…και να πεις ότι δεν το ήξερε; Το ήξερε…

Ανέκαθεν ότι της άρεσε το έτρωγε με βουλιμία.

Έτσι και τώρα, έφαγε λόγια, λόγια , λόγια,

λόγια περιχυμένα με μπεσαμέλ ή γλυκόξινη σάλτσα,

λόγια λαδερά, λόγια ανάλαδα,

λόγια που της είπαν και λόγια που είπε,

μπούχτισε απ΄ τα λόγια κι άρχισα να ξερνά.




Ξέρασε την ντυμένη σε αλήθεια ψευδαίσθηση,

και την ντυμένη σε παράδεισο αθλιότητα,

ξέρασε πόνο, τόσο που ούτε κατά διάνοια

δεν φαντάζονταν πως χωρά το στομάχι της

μα πάλι δεν ξαλάφρωσε, μέχρι που σκέφτηκε

να χρησιμοποιήσει το αντιεμετικό της σιωπής.




Για να επιταχύνει δε την δράση του

το ρούφηξε κι αυτό με βουλιμία, σε διπλή δόση, κι επιτέλους!

Βρήκε τη δύναμη κι έβαλε μπρος να χτίζει

τη μεσοτοιχία της διαπραγμάτευσης

που προς το παρόν τουλάχιστον θα την απάλλασσε

από την άμεση γειτνίαση με τις κατάπτυστες λέξεις.

Ποιος ξέρει, ίσως λίγο αργότερα καταφέρει

να μεταφερθεί και σε κανένα πιο βορειότερο προάστιο.
***

Ένας μικρός, κούφιος θόρυβος υπόγειας δόνησης

ήταν αυτό που την προειδοποίησε στην

αρχή πως σιωπή δεν σημαίνει απαραίτητα και λήθη.

Κρίμα…η μονόκλινη μεσοτοιχία της προφανώς είχε χτιστεί με σαθρά υλικά.




Τόσο σαθρά που στα θεμέλια της μπορούσαν κάλλιστα να περιδιαβαίνουν

και να υποσκάπτουν τη σταθερότητα τους,

κάτι τεράστια τρωκτικά ήχων που

ταΐζονταν από τα υπολείμματα της ζωής της κι όπως διαπίστωνε,

κανένα ποντικοφάρμακο δεν ήταν ικανό να τα εξοντώσει.

Αντίθετα, μερικά εξ αυτών θρέφονταν από το τρόμο της

κάθε μέρα και περισσότερο κι οι ήχοι όλο και πολλαπλασιάζονταν:



***

Ήχοι θρυψαλιασμένων ονείρων κλειδωμένων ως τα τότε

σε φθηνά, γυάλινα μπουκαλάκια ελπίδας.




Ήχοι αυθαιρεσιών από πέτρες που εξακοντίζονταν σε ουρές πιθανών διερχομένων.

Ήχοι από ηχογραφήσεις μηδαμινότητας.

Ήχοι από ατροφικές εκθέσεις ιδεών.

Ήχοι από τη δική της φωνή τότε ακόμα που ζητούσε

εκείνα τα ευκόλως εννοούμενα «ως είθιστε».

Ήχοι από σκιές με περίγραμμα αδιαφορίας

που κατά τύχη κι όχι από γνώση

προμάντεψαν κάποτε το «οπερ εγένετο» της όλης κατάστασης.





Ήχοι…. ήχοι… ήχοι…ε πόσο να αντέξουν τ’ αυτιά της πια,

πάει, εκτός από το λόγο τρύγησαν και την ακοή τα τρωκτικά

κι εν συνεχεία έβαλλαν μπρος και για την αίσθηση

κι έτσι ούτε άκουσε ούτε αισθάνθηκε

την επόμενη δόνηση που τούτη τη φορά

δεν ήταν υπόγεια αλλά καθολική.

Κάτι μόνο πήγε να καταλάβει προς το τέλος

κι από ένστικτο σκέφτηκε προς στιγμή να το βάλει στα πόδια,

με τίποτα ωστόσο δεν προλάβαινε να δραπετεύσει

από την ήδη ετοιμόρροπη και λεηλατημένη γη της ψυχής της




κι ίσα μόλις που πρόλαβε και ψιθύρισε

«μετεβλήθει εντός μου ο ρυθμός του κόσμου…»

πριν την καταπλακώσουν τα χώματα.




***
Φώτισαν τη στιγμή σπίθες από ξερόκλαδα και φύλα που

έστηναν τρελό χορό φωτιάς λιγάκι παραπέρα

από τις πύλες που ζήτησε να μπει αλλά δεν τις επέτρεψαν…