Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2012

Αλίμονο στην κοινωνία που έχει ανάγκη την φιλανθρωπία


Της Ρίκης Ματαλλιωτάκη 
"Ουαί υμίν, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί, ότι καθαρίζετε το έξωθεν του ποτηρίου και της παροψίδος, έσωθεν δε γέμουσιν εξ αρπαγής και αδικίας."

Ουρλιάζουν μεγαλοκάναλα και σπουδαίοι πολιτικοί -και κάθε είδους- παριστάμενοι φιλοξενούμενοι τους τις τελευταίες μέρες.
" Έχουμε την ικανοποίηση να ανακοινώσουμε πως στέφτηκε με επιτυχία η μεγάλη προσφορά αγάπης του τάδε επιχειρηματικού ομίλου..."
" Ο τάδε δήμος πρόσφερε τάδε ποσότητα τροφίμων στους δημότες του..."
"Παρευρέθηκε στην τάδε εκδήλωση αγάπης η τάδε μεγάλη κυρία..." όπου "τυχαία" εντελώς παρευρέθηκαν και δεκάδες τηλεοπτικοί φακοί...
-Μα τι κακιά που είμαι λοιπόν και εντελώς αντίθετη απέναντι στην δική τους φιλανθρωπία...-
Με δυο λόγια, όλοι αυτοί, και άλλοι τόσοι, έκαναν και πάλι την καλή τους πράξη και θεωρούν αυτονόητο, αφού πρώτα την διατυμπανίσουν να προχωρήσουν στην συνέχεια και αναπαυμένοι συνειδησιακά να αναπαύσουν και το "ταλαίπωρο" κορμί τους απολαμβάνοντας τον ύπνο του δικαίου στην ζεστή τους κρεβατοκάμαρα ξεχνώντας προφανώς ότι ο άνθρωπος δεν τρώει μόνο τρεις φορές τον χρόνο:
25 Δεκέμβρη, 1 Γενάρη, και όποτε πέσει το Πάσχα.
Ξεχνώντας ότι ενόσω αυτοί προχωρούν για το φορτωμένο με ζεστασιά σπιτικό τους, δεκάδες άνθρωποι από αυτούς που ελέησαν πριν λίγες ώρες, απο αυτούς που η πολιτική και η επιχειρηματικότητα τους μετέτρεψε σε ευγνώμονες ζητιάνους, θα ξεπαγιάζουν στις γωνιές των δρόμων έστω κι αν για σήμερα τουλάχιστον "η φιλανθρωπία τους", τους εξασφάλισε ένα πιάτο φαΐ επιπλέον.
Ξεχνώντας, εκούσια ή ακούσια, τι σημασία έχει, λέξεις και όρους που πριν λίγα χρόνια ούτε καν υπήρχαν στο λεξιλόγια μας:
Νεόπτωχοι, νεοάστεγοι, νεοζητιάνοι, κτλ κτλ, οπότε αφού ξεχνούν τους όρους πως να θυμούνται τους ανθρώπους;
Ξεχνάτε εύκολα αγαπητοί μου, πολύ εύκολα.
Ξεχνάτε ότι όλοι εσείς δημιουργήσατε αυτήν την τραγωδία της "φιλάνθρωπης κοινωνίας" κι αλίμονο
στην κοινωνία που έχει ανάγκη την φιλανθρωπία, πολλώ δε μάλλον την δική σας.
Ξεχνάτε, δεν σας περνά καν από το μυαλό, πως ποτέ κανείς δεν κατάφερε να φορέσει δυο παλτά, να φάει παραπάνω από ότι χωρά το στομάχι του, και να πάρει μαζί του όλα όσα έκλεψε εις βάρος των συνανθρώπων του πριν φύγει.
Ξεχνάτε, δεν σας περνά καν από το μυαλό, έμποροι της πολιτκής και της υποτιθέμενης ανθρωπιάς, πως αν Εκείνος μπορούσε να επιστρέψει πάνω στην γη μαστίγιο και κατάρα θα έπεφτε πάνω σας.
Γιατί:
"Ουαί υμίν, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί, ότι καθαρίζετε το έξωθεν του ποτηρίου και της παροψίδος, έσωθεν δε γέμουσιν εξ αρπαγής και αδικίας."
Θυμηθείτε το κάποτε...

πηγη

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012

Το έθιμο της καλής χέρας στην Κρήτη.


Της Ρίκης Ματαλλιωτάκη

Δεν γνωρίζω από που προέρχεται, αλλά ούτε και με αφορά για να πω την αλήθεια.
Το κρατώ απλά μέσα μου σαν μια απο τις ωραιότερες αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων και το αφήνω να κυλά στις μνήμες μου άψαχτο, μεταφέροντας το κι εγώ στην κόρη μου και παρακαλώντας την να το μεταφέρει κι εκείνη με την σειρά της στα παιδιά της.

Οπότε, έχουμε και λέμε :
Τέλη της δεκαετίας του 70 και τα παιχνίδια στην επαρχιακή πόλη του Ηρακλείου ελάχιστα και μόνο για τους πολύ τυχερούς.- Αυτοί υπήρχαν ανέκαθεν βλέπεις-
Η βόλτα στο κέντρο της πόλης όμως, ανέξοδη εντελώς, απο την αρχή της Λωφ. Δικαιοσύνης έως και τα Λιοντάρια, στο περίφημο Κιρκόρ, ανήκε σε  όλους, όπως επίσης σε όλους ανήκε και το όνειρο.
Πρόσωπα μεσόκοπα, νεανικά, παιδικά, όλα χαμογελαστά, καθώς η προσδοκία δεν ξεπερνούσε το εφικτό  αλλά ούτε  και το εφικτό δεν ήταν απραγματοποίητο.- Σαν σήμερα λόγου χάρη-
Τα παιδιά δεν ζητούσαν πολλά και αυτά που ζητούσαν  σχεδόν όλοι μπορούσαν να τους τα προσφέρουν.
Έτσι λοιπόν μετά το πέρας της  απαραίτητης βόλτας και την επιστροφή στο σπίτι, η αγωνία μεγάλη, καρφιτσωμένη στα μάτια του κάθε μικρού και κάθε έφηβου, για το πόσο λίγο η πολύ θα γέμιζε η τσέπη του απο τις 12  και μετά που θα άλλαζε η μέρα και θα έμπαινε ο καινούργιος χρόνος.
Και όταν το ρολόι χτυπούσε  12 νταν  ο "πατριάρχης" του σπιτιού, επιβλητικά επιβλητικά σηκώνονταν πάνω κι αφού πρώτα έσπαγε ένα κατακόκκινο ρόδι μέσα στο σπίτι που, σημάδι ευγονίας και ευζωίας,
στην συνέχεια  γενναιόδωρα πετούσε  ότι είχε σε ψιλά μέσα στις τσέπες του, φρόντιζε μάλιστα απο νωρίς να είναι παραπάνω απο αρκετά- κάτι που ήταν μόνο η αρχή για το τσούρμο των παιδιών που περίμενα πως και τι για να ορμήσουν και να τα περιμαζέψουν από τις γωνιές του σπιτιού  που είχαν διασκορπιστεί.
Αυτό όμως ήταν μόνο η αρχή. Μια μικρή αρχή γιατί το μεγάλο έρχονταν απο κει κι έπειτα.
Το όμορφο, το σπουδαίο, το ουσιαστικό δεν κρύβονταν μέσα σε ξενόφερτες Αγιοβασιλιάτικες  μπότες αλλά στο στιβαρό χέρι του μπαμπά, στο τρυφερό χέρι της μάνας, στο σεβάσμιο χέρι της γιαγιάς και του παππού,  στο γενναιόδωρο χέρι του θείου, της θείας, ενός καλού φίλου, κ.τλ κτλ κτλ.
Όλα τα χέρια ανοιχτά κάποτε, όλα κάτι έδιναν,  κι όλα τα παιδιά από κάτι έπαιρναν.
"Έλα δω βρε μασκαρά να σου δώσω την καλή σου χέρα"  για μια ολόκληρη ημέρα έλεγαν οι μεν κι άκουγαν οι δε, κι άπαντες ήταν ευτυχισμένοι.
Κι εκείνοι που έδιναν κι εκείνοι που έπαιρναν γιατί κανείς δεν ξέφευγε από το όριο του.
Κανείς δεν ζητούσε παραπάνω από αυτό που του έδιναν, και κανείς δεν έδινε παραπάνω απο αυτό που μπορούσε...
Έτσι, εκείνο το βράδυ, σχεδόν όλα τα παιδιά αποκοιμόνταν με  το χαμόγελο στα χείλη και το "θησαυρό"  της καλής χέρας κρατημένο σφιχτά στο δικό τους χέρι .
Την επαύριο, με το άνοιγμα των μαγαζιών, είχαν την μία και μοναδική ευκαιρία της χρονιάς, να ξοδέψουν χρήματα  όπου αυτά ήθελαν.
Στις λιγοστές απολαύσεις δηλαδή που τους προσφέρονταν.
Και ήταν ευτυχισμένα!
Γιατί η ευτυχία στην ζωή μας δεν κρύβεται στα πολλά αλλά στα καλά...

πηγη

Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012

Ἡ Μαρούλα τῆς Λήμνου!

Μία γυναίκα μόνη μπορεῖ νὰ ἀνατρέψῃ μίαν στρατιά;Ναί, ἐὰν εἶναι κάποια Μαρούλα ἀπὸ τὴν Λῆμνο. 

Πόσες καὶ πόσες Μαροῦλες δὲν πέρασαν ἀπὸ ἐτοῦτον τὸν τόπο…Ἂς τὶς θυμόμαστε κάπου κάπου…
Καλὸ σὲ ἐμᾶς κάνουμε πρῶτα πρῶτα.


Ολόκληρη η χερσόνησος του Αίμου (Βαλκάνια) στενάζει κάτω από τον βαρύ και ανελέητο Οθωμανικό ζυγό. Οι μαύρες μέρες για τον Ελληνισμό έχουν αρχίσει και πρόκειται να διαρκέσουν πολλούς αιώνες με πίκρες και θυσίες ώσπου να ανατείλουν ξανά οι αχτίδες της Ελευθερίας. Σ’ ένα νησί του Αιγαίου όμως, οι κάτοικοί του αναπνέουν ακόμη τον αέρα της Ελευθερίας, που είναι σαν το δροσερό αεράκι στο κατακαλόκαιρο. Η Λήμνος, από τα λίγα μέρη που δεν έχουν κατακτηθεί από τους Τούρκους, περιμένει και αυτή τους βαρβάρους να έρθουν.
Στο φρούριο του Κότσινα στην ανατολική Λήμνο, μεγαλώνει ένα κορίτσι, η Μαρούλα. Είναι η κόρη του Άρχοντα και της Δέσποινας του φρουρίου, του Ισαακίου Κομνηνού και της Ευφροσύνης. Χαϊδευτικά την φωνάζουν Μαρούλα αντί για Μάρω, επειδή είναι νεαρή κοπέλα και όχι γυναίκα, ακόμη. Μεγαλώνει σε περιβάλλον Ελευθερίας και Πατριωτισμού, που την κάνει περήφανη για την καταγωγή της και για την ελεύθερη Λημνία γη.
Διψάει για ανώτερη μόρφωση. Αν και μόλις δώδεκα ετών, ρωτάει συνέχεια και μαθαίνει για το κάθε τι που την περιβάλει. Οι γονείς της ανησυχούν γιατί δεν υπάρχει κοντά τους κάποιος ανώτερος δάσκαλος να την αναλάβει. Τύχη αγαθή όμως, έφερε στην γη της Λήμνου τον λόγιο της εποχής Πορφύριο Νοταρά, που έφτασε στον Κότσινα το 1472. Αμέσως τον προσλαμβάνει ως δάσκαλο της κόρης του ο Ισαάκιος Κομνηνός. Η Μαρούλα μαθαίνει κοντά του γεωγραφία, μαθηματικά και προπάντων ιστορία που μιλάει για ήρωες, άρχοντες, μάχες και προδοσίες που πυροδοτούν την ψυχή της νεαρής αρχοντοπούλας. Η Μαρούλα μεγαλώνοντας γίνεται μια δεσποινίδα ωραία στην όψη, μα ακόμα ωραιότερη στην ψυχή και στο πνεύμα, φωτίζοντας τους πάντες και τα πάντα γύρω της.
Το πέπλο της σκλαβιάς ρίχνει απειλητικά την μαύρη σκιά του στην Λήμνο. Στις 21 Μαΐου του 1478, οι Οθωμανοί φτάνουν με στόλο στο νησί, με αρχηγό τον Σουλεϊμάν πασά. Η Μαρούλα είναι πια 18 χρονών. Αντικρίζει με δέος τον τουρκικό στόλο από τις πολεμίστρες.
Οι Έλληνες υπερασπιστές του φρουρίου μαζί με τους Βενετούς συμμάχους ετοιμάζονται για την πολιορκία, μην ξέροντας πόσο θα διαρκέσει. Τα ξίφη ακονισμένα, τα τόξα ανά χείρας και τα βέλη έτοιμα στις φαρέτρες. Όλοι περίμεναν καιρό τώρα τους βαρβάρους εισβολείς από τις στέπες της κεντρικής Ασίας. Παρακολουθούν με αγωνία και φόβο τους Οθωμανούς με τους αλυσιδωτούς θώρακες και τα μυτερά κράνη. Έλληνες και Βενετοί προσεύχονται την ύστατη στιγμή να τους δώσει ο Θεός δύναμη. Οι παλάμες ιδρώνουν σφίγγοντας τα ξίφη. Οι πέτρες είναι έτοιμες στις πολεμίστρες να ριχτούν στα κεφάλια των τουρκικών σκυλιών. Ο Ισσάκιος Κομνηνός σαν άλλος Κωνσταντίνος Παλαιολόγος περιτρέχει τα τείχη και εμψυχώνει τους στρατιώτες του.
Οι Οθωμανοί επιτίθενται σαν λυσσασμένοι. Οι πρώτες κλίμακες (σκάλες) γαντζώνονται πάνω στα τείχη και οι Τούρκοι σκαρφαλώνουν σαν δαίμονες, βγαλμένοι θαρρείς από την κόλαση του Δάντη. Τα τείχη πλημμυρίζουν από τους Οθωμανούς με τους αλυσιδωτούς θώρακες και τα μεγάλα ξίφη. Το αίμα χύνεται ποτάμι, ενώ οι κραυγές αγωνίας και πόνου ανακατεύονται με τις ιαχές των υπερασπιστών. Ο Ισαάκιος μάχεται σαν άλλος Παλαιολόγος για τα όσια και τα ιερά του σκλαβωμένου έθνους των Ελλήνων. Οι Οθωμανοί τον κυκλώνουν κι’ ένας εξ’ αυτών του παίρνει την ζωή με το ξίφος του. Σωριάζεται κάτω και η μάχη γύρω του ανάβει. Το ηθικό των υπερασπιστών του φρουρίου κλονίζεται εξαιτίας του χαμού του φυσικού τους ηγέτη. Οι στρατιώτες υποχωρούν, αλλά η Μαρούλα βλέποντας ότι η μάχη θα χαθεί και χωρίς να το σκεφτεί ζώνεται τ’ άρματα του πατέρας της. Παίρνει στα χέρια της το ματωμένο ξίφος του κι’ ορμάει γεμάτη οργή και μένος εναντίον των Τούρκων, χτυπώντας και παραμερίζοντας τους εισβολείς. Οι Τούρκοι τα χάνουν, καθώς δεν περίμεναν ποτέ μια νεαρή κοπέλα να τα βάλει μαζί τους την στιγμή που οι άντρες υποχωρούν. Οι Έλληνες αναθαρρούν. Ακολουθούν την Μαρούλα και καταδιώκουν τους Τούρκους σαν μια γροθιά, τρέποντάς τους σε φυγή. Ως άλλη αμαζόνα χτυπιέται με άντρες δυνατότερους από αυτήν, αλλά η ψυχή της δεν φοβάται τον θάνατο. Οι Τούρκοι κατακόπτονται σωρηδόν από την θεϊκή ορμή της κόρης της Λήμνου. Τα πτώματα των βαρβάρων στοιβάζονται στα τείχη. Οι Τούρκοι τρέχουν να βρουν σωτηρία στα πλοία τους. Η Μαρούλα σαν κακός τους δαίμονας δεν τους αφήνει σε χλωρό κλαρί. Μπαίνουν στα πλοία τους και χάνονται στο πέλαγος. Το φρούριο σώθηκε και οι άνδρες ζητωκραυγάζουν.
Η Μαρούλα της Λήμνου, αν και άγνωστη στους πολλούς σήμερα, εισήλθε επάξια στο πάνθεον των Ελλήνων Ηρώων και πρόσθεσε κι άλλες ένδοξες σελίδες στην μακραίωνη ιστορία του Ελληνισμού.
πηγη Αἴας Τελαμώνιος καὶ φωτογραφία