Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου 2012

Κλέφτες κι αστυνόμοι

Γράφει η Ρίκη Ματαλλιωτάκη
Ματωμένοι δρόμοι, κλέφτες κι αστυνόμοι...
Θα μπορούσε να είναι τίτλος τραγουδιού,  όπως εξίσου θα μπορούσε να είναι και τίτλος ενός αθώου παιχνιδιού σαν αυτά που σαν παιδιά  παίζαμε κάποτε στις αλάνες της γειτονιάς μας λεύτεροι από κάθε φόβο και ανασφάλεια.
Δυστυχώς όμως δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο.
Είναι μόνο η Ελλάδα των Παπανδρέου, Σαμαρά, Βενιζέλου, Κουβέλη και λοιπών που γέμισαν τους δρόμους μας αίμα, τα σπίτια μας κλέφτες,  κι έκαναν τους αστυνόμους να λάμψουν δια της απουσίας τους.
Αχ Ελλάδα σ' αγαπώ, μόνο που αδυνατώ πια να προσδιορίσω αν αγαπώ την Ελλάδα που με γέννησε, την Ελλάδα που γνώρισα, ή την Ελλάδα του σήμερα που ως και το χρώμα του ουρανού της έχει αλλάξει απο την μαυρίλα που πλανάται γύρω της.
Κάθε ώρα και μια ληστεία.
Κάθε μέρα και μια αυτοκτονία.
Κάθε εβδομάδα και ένας βιασμός.
Κάθε σπίτι και μια αμπάρα που θυμίζει φυλακή.
Κάθε άνθρωπος κι ένα νούμερο στην λίστα των "σωτήρων μας"
Και παντού γύρω μας πληρωμένοι ανθέλληνες που βάλλονται σε κάθε τι που θυμίζει "πατρίδα"
Το θέαμα πλέον θυμίζει γενοκτονία και στις γενοκτονίες η μόνη λύση είναι η αντίσταση.

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2012

Σίμωσε η νύφη...





.
..στο χορό, και κάμε τση τόπο, σαν περιστέρα φαίνεται στα μάθια των αθρώπω... 

Για μια ακόμα φορά παρακολούθησα χθες το μυστήριο του γάμου και για μια ακόμα φορά διαπίστωσα με ανακούφιση πως ευτυχώς όλα βαίνουν καλώς στη Κρήτη.Τίποτα δεν έχει αλλάξει από την προ κρίση εποχής, κι όταν λέω τίποτα δεν εννοώ σε ποσότητα μα σε μια ποιότητα που εγώ την καθορίζω σε ήθος που το μεταφράζω στα ήθη και τα έθιμα του τόπου μας.
Όλα γίνονται όπως ακριβώς γίνονταν και κάποτε.
Ο χορός ξεκινά κάπου εκεί γύρω στο μεσημέρι…

και για όσο η νύφη φτιάχνει τη μπούκλα
τα αδέρφια και οι στενοί συγγενείς που είναι στο σπίτι ακούνε κρητικά τραγούδια
και τρώνε απο το στολισμένο τραπέζι της μαμάς που που, σαν γνήσια Ελληνίδα μάνα, φροντίζει την κόρη της σαν να μην πέρασε ούτε μια στιγμη απο την ώρα που γεννήθηκε.
Το γεύμα βέβαια πρέπει είναι ας το πούμε ελαφρύ μια και το μεγάλο φαγοπότι είναι για το βράδυ, όμως σ΄αφήνουν οι λιχουδιές;
Όλο και κάτι σου ανοίγει την όρεξη.
Ευτυχώς η ώρα περνά, η νύφη πρέπει να ντυθεί, κι αφού πλέον την έχουν ντύσει φίλες και ξαδέρφες, της βάζουν τ' αδέρφια τα παπούτσια, κι αυτή, τελευταίες στιγμές πια στο σπίτι της μάνας της δίνει ρεσιταλ χορού, κρητικού φυσικά.
Όλα σήμερα γίνονται στο πνεύμα της Κρήτης.
Η ώρα όμως έχει περάσει και το αντρόγυνο πρέπει να βαδίσει τον δρόμο της ευτυχίας
Ο πατέρας και ο αδερφός την ξεπροβοδίζουν
 
 και μέσα από ένα σύννεφο άσπρο και ροζ
περνά για τελευταία φορά λεύτερη την πόρτα του πατρικού της.
Στο καλό και στην ευχή του Θεού Μαρία μου, κι άντε γιατί βιαζόμαστε να σου δώσουμε τις ευχές μας και να σου πετάξουμε το ρύζι για να ριζώσεις, γιατί μετά βέβαια ακολουθεί και χορός.
Κι εγώ, παρατηρώντας όλο τον βράδυ το κέφι του κόσμου που φούντωσε αμέσως μόλις ξεκινησε η λύρα χορεύοντας ασταμάτητα σκέφτηκα με ικανοποίηση πως όχι, όσο κι αν θέλουν κι αν πασχίζουν κάποιοι δεν αλλάζει με τίποτα ένας τέτοιος λαός.
Υ.Γ Οι φωτογραφίες για ευνόητους λόγους έχουν αλλοιωθεί.

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2012

Η αχλαδιά



Στη γειτονιά μου-για πόσο δεν ξέρω ακόμα- προς το παρόν ωστόσο, μας έχει απομείνει ακόμα το χούι ο ένας να δίνει στον άλλο κάτι που του περισσεύει ή κάτι ιδιαίτερο...ένα σκουτελικό όπως το λέμε στη Κρήτη, ένα πιάτο φαΐ δηλαδή απλώς για την μυρωδιά...
Έτσι, γέμισε αχλάδια το ψυγείο μου αυτές τις μέρες- να δινει ο Θεός την υγειά της στην καλή μου την γειτόνισσα που κάνει επιπλέον και τον κόπο να μου κουβαλά το κάτι τις απο το χωριό μια κι ελόγου μου είμαι γέννημα θρέμμα της πόλης και δεν διαθέτω τέτοιες δυνατότητες.-
Κάτι αχλάδια όμως, μα τι αχλάδια!!! Τραγανά, ζουμερά, μυρωδάτα, να τρώει η μάνα το λέει ο λόγος και του παιδιού να μην δίνει...
"Γειτόνισσα" έριξα λοιπόν τα μούτρα κάτω εγώ " και την επόμενη φορά που θα πας στο χωριό να με σκεφτείς έτσι;;; Μη τυχόν και με ξεχάσεις...χαχα- το γέλιο μεταξύ αληθινού και ψεύτικου αλλά και τέτοια αχλάδια αδερφέ μου που να τα βρεις στο εμπόριο-
"Φάε τώρα ότι βλέπεις φιλενάδα" ήρθε η απάντηση" γιατί ότι είδες κι ότι είδα τελείωσε...αυτά ήταν..
"Ε πως βρε, μια σακούλα δικη μου και μια σακούλα δική σου, είναι ότι μόνο βγάζει όλο κι όλο μια αχαλαδιά;" σοβάρεψα επιτόπου μπρος στην πιθανότητα να μην φάω άλλους τέτοιους θεικούς καρπούς.
"Βρε η αχλαδιά βγάζει να τρώμε όλο το χρόνο" ήρθε κεραυνός η απάντηση, " μα είναι στην άκρη του περβολιού, είναι και μυρωδάτη, περαστικός ο δρόμος, και πέρνα ο ένας, πέρνα ο άλλος εμείς τις πιο πολλές φορές στο τέλος δεν τρώμε τίποτα. Άσε που καταμισερώνουνε και το δεντρό για να τα κλέψουνε..."
"Και;;;;"
"Ε τι και μωρέ Ρίκη, ή πρέπει να φράξουμε το περβόλι ολόκληρο να μην είναι μπάτε σκύλοι αλέστε κι αλεστικά μην δίνετε, η να πηγαίνουμε κάθε δυο τρεις μέρες στο χωριο να τα μαζεύουμε, πράμα που δεν συμφέρει με το κόστος της βενζίνης."

=========
Αργά το βράδυ, μασουλώντας με απόλαυση άλλο ένα ακόμα μυρωδάτο αχλάδι του τόπου μου και σκεπτόμενη πως τώρα πρέπει να τα τρώγω με σύνεση γιατί είναι λίγα, από μόνη της εντελώς ήρθε στο μυαλό μου η απογευματινή κουβέντα και συνειδητοποίησα με τρόμο πως η πατρίδα μου, η Ελλάδα, μοιάζει τραγικά με την κακόμοιρη αχλαδιά της γειτόνισσα μου:
Ένα δεντρό με πολύτιμους καρπούς στην άκρη ενός δρόμου-περάσματος όπου με την μέγιστη ευκολία ο κάθε περαστικός μπορεί ν' απλώσει το χέρι του να το λεηλατήσει, αφού από τους δύσμοιρους ιδιοκτήτες του έχει αφαιρεθεί κάθε, μα κάθε δυνατότητα να το προστατεύουν...